Όταν η μητρότητα πονάει: Η εξομολόγηση της Μαρίας από τη Θεσσαλονίκη
«Γιατί δεν απαντάς, Αλέξανδρε; Πάλι το κινητό σου κλειστό;» Η φωνή μου αντηχεί στο άδειο διαμέρισμα, πιο δυνατή απ’ όσο θα ήθελα. Κρατάω το τηλέφωνο σφιχτά, λες και αν το πιέσω λίγο ακόμα θα ακούσω τη φωνή του γιου μου. Τρίτη μέρα χωρίς νέα του. Η Ελένη, η μεγάλη μου κόρη, έχει να φανεί από το Πάσχα. Ο μικρός, ο Νίκος, στέλνει μόνο βιαστικά μηνύματα: «Όλα καλά, μαμά. Δουλειά.»
Κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας, εκεί που κάποτε μαζευόμασταν όλοι μαζί. Τώρα μόνο τα φώτα της πόλης μπαίνουν από το παράθυρο και κάνουν σκιές στους τοίχους. Θυμάμαι τις φωνές τους, τα γέλια, τα παράπονα, τα πειράγματα. Τότε παραπονιόμουν ότι δεν έχω στιγμή ησυχίας. Τώρα παρακαλάω για λίγη φασαρία.
«Μαρία, πρέπει να βγεις λίγο έξω. Δεν μπορείς να κάθεσαι όλη μέρα μέσα», μου λέει η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία, κάθε φορά που με βλέπει να πετάω τα σκουπίδια. Χαμογελάω αμήχανα. Δεν ξέρει πόσο δύσκολο είναι να βγω εκεί έξω, να αντικρίσω τον κόσμο χωρίς τον ρόλο της μάνας που με προστάτευε τόσα χρόνια.
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, έφυγε πριν πέντε χρόνια. Καρκίνος στο πάγκρεας. Έμεινα μόνη να μεγαλώσω τα παιδιά. Δούλευα σε φούρνο τα πρωινά και καθάριζα σπίτια τα απογεύματα. Δεν με ένοιαζε η κούραση – μόνο να μη λείψει τίποτα στα παιδιά μου. Και τώρα που μεγάλωσαν και έφυγαν, νιώθω σαν να έχασα και τον εαυτό μου μαζί τους.
«Μαμά, μην ανησυχείς τόσο! Είμαι καλά», μου είπε η Ελένη στο τηλέφωνο πριν δύο εβδομάδες. «Έχω πολλή δουλειά στη σχολή και μετά πάω κατευθείαν στη δουλειά.» Η φωνή της ήταν βιαστική, σχεδόν ενοχλημένη. Πόσο άλλαξε το κορίτσι μου… Θυμάμαι όταν ήταν μικρή και ήθελε να κοιμάται μαζί μου τα βράδια γιατί φοβόταν το σκοτάδι.
Ο Αλέξανδρος πάντα ήταν ο πιο κλειστός. Από τότε που πήγε στρατό, έγινε άλλος άνθρωπος. Δεν μιλάει πολύ, δεν ανοίγεται. Μια φορά τον ρώτησα αν είναι καλά κι απάντησε: «Μαμά, άσε με λίγο ήσυχο.» Πόνεσα, αλλά δεν το έδειξα. Οι άντρες δεν μιλάνε εύκολα για τα συναισθήματά τους – έτσι έλεγε πάντα ο Γιάννης.
Ο Νίκος είναι ο μικρός μου ήλιος. Πάντα με μια αγκαλιά και ένα χαμόγελο για μένα. Αλλά τώρα δουλεύει σερβιτόρος σε καφέ στο κέντρο και γυρίζει αργά το βράδυ. «Μην περιμένεις ξύπνια», μου λέει κάθε φορά που τον παίρνω τηλέφωνο μετά τις δώδεκα.
Σήμερα το πρωί ξύπνησα με ένα βάρος στο στήθος. Κοίταξα γύρω μου – το δωμάτιο άδειο, οι φωτογραφίες των παιδιών στον τοίχο να με κοιτούν σαν να με ρωτούν: «Τι κάνεις τώρα, μαμά;» Πήγα στην κουζίνα και έφτιαξα καφέ για δύο από συνήθεια. Ο δεύτερος κρύωσε όπως πάντα.
Το κουδούνι χτυπάει απότομα και πετάγομαι σαν να περίμενα κάποιον αγαπημένο. Είναι η κυρία Σοφία.
«Μαρία, θα έρθεις μαζί μας στην εκκλησία αύριο; Θα πάμε όλες οι γυναίκες της πολυκατοικίας.»
«Δεν ξέρω… Δεν έχω πολύ διάθεση.»
«Έλα βρε κορίτσι μου! Θα σου κάνει καλό.»
Της χαμογελώ αδύναμα και υπόσχομαι πως θα το σκεφτώ. Κλείνω την πόρτα και νιώθω ένα κύμα μοναξιάς να με πνίγει. Πότε έγινα τόσο μόνη;
Το απόγευμα αποφασίζω να πάρω τηλέφωνο την Ελένη ξανά.
«Έλα μαμά… Τι έγινε;»
«Τίποτα παιδί μου… Ήθελα απλώς να ακούσω τη φωνή σου.»
«Μαμά, είμαι στη δουλειά τώρα… Θα σε πάρω εγώ αργότερα.»
Το τηλέφωνο κλείνει απότομα. Κρατάω το ακουστικό στο χέρι για λίγα δευτερόλεπτα ακόμα, σαν να μπορώ να κρατήσω κοντά μου τη φωνή της.
Το βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Θυμάμαι τις Κυριακές που μαζευόμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι – γεμιστά, σαλάτες, γέλια. Τώρα μόνο εγώ κι ένα πιάτο φαΐ που περισσεύει πάντα.
Μια μέρα αποφασίζω να πάω στην εκκλησία με τις γυναίκες της πολυκατοικίας. Εκεί γνωρίζω την Κατερίνα – χήρα κι αυτή, με δύο παιδιά στην Αθήνα που δεν την επισκέπτονται ποτέ.
«Ξέρεις τι είναι χειρότερο από τη μοναξιά;» μου λέει ψιθυριστά καθώς ανάβουμε κερί.
«Τι;»
«Να νιώθεις αόρατη για τα ίδια σου τα παιδιά.»
Τα λόγια της με χτυπούν σαν ρεύμα. Μήπως κι εγώ έγινα αόρατη; Μήπως τα παιδιά μου με θεωρούν δεδομένη;
Γυρίζοντας σπίτι σκέφτομαι όλα όσα θυσίασα για την οικογένειά μου – τα όνειρά μου για σπουδές, τα ταξίδια που ποτέ δεν έκανα, τις φιλίες που χάθηκαν γιατί πάντα προτεραιότητα είχαν τα παιδιά.
Το ίδιο βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Αλέξανδρος.
«Μαμά… Συγγνώμη που δεν σε πήρα τόσο καιρό.»
Η φωνή του ακούγεται κουρασμένη.
«Όλα καλά παιδί μου;»
«Όχι… Έχω προβλήματα στη δουλειά… Δεν ήθελα να σε ανησυχήσω.»
«Είσαι ο γιος μου… Πώς να μην ανησυχώ;»
Σιωπή στην άλλη γραμμή.
«Μαμά… Μου λείπεις.»
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Θέλω να του πω πόσο μόνη νιώθω κι εγώ, αλλά κρατιέμαι – πάντα κρατιέμαι για χάρη τους.
Την επόμενη μέρα έρχεται ο Νίκος απροειδοποίητα σπίτι με μια σακούλα γεμάτη τυρόπιτες.
«Έλα μαμά! Να φάμε μαζί!»
Καθόμαστε στο τραπέζι και γελάμε όπως παλιά. Για μια στιγμή νιώθω ξανά ζωντανή.
Το βράδυ παίρνω θάρρος και γράφω ένα μήνυμα στην Ελένη: «Μου λείπεις πολύ. Θέλω να σε δω.» Δεν απαντάει αμέσως, αλλά μετά από λίγες ώρες στέλνει: «Κι εμένα μαμά… Θα έρθω το Σαββατοκύριακο.»
Κοιτάζω τον καθρέφτη και βλέπω μια γυναίκα κουρασμένη αλλά δυνατή. Ίσως ήρθε η ώρα να βρω ξανά τον εαυτό μου – όχι μόνο ως μάνα αλλά ως Μαρία.
Αναρωτιέμαι: Μπορεί μια μάνα ποτέ στ’ αλήθεια να σταματήσει να ζει για τα παιδιά της; Ή μήπως πρέπει κάποια στιγμή να μάθει να ζει και για τον εαυτό της;