«Τους άνοιξα το σπίτι μου όταν δεν είχαν πού να πάνε, και στο τέλος ένιωσα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι»

«Μαμά, δεν γίνεται να μας πετάξεις έξω», μου είπε η μεγάλη μου κόρη και με κοίταζε σαν να ήμουν άλλος άνθρωπος. Και η μικρή από δίπλα, με σταυρωμένα χέρια: «Μετά από όλα όσα πέρασες για εμάς, τώρα αυτό βρήκες να κάνεις;»

Εκείνη τη στιγμή μου ανέβηκε όλο το αίμα στο κεφάλι. Γιατί δεν τις πέταξα έξω. Τους είπα ότι μέχρι το τέλος του καλοκαιριού πρέπει να έχουν βρει μια λύση. Αλλά στο σπίτι μου, που είναι ένα μικρό δυάρι στα δυτικά της Αθήνας, είχαν μαζευτεί πέντε ενήλικες άνθρωποι και εγώ ένιωθα ότι δεν είχα ούτε καρέκλα να κάτσω ήσυχα.

Μεγάλωσα τις δύο κόρες μου μόνη. Ο άντρας μου έφυγε όταν ήταν μικρές. Δεν θα πω ότι εξαφανίστηκε τελείως, γιατί κάποιες φορές έπαιρνε τηλέφωνο, κάποιες φορές έταζε, κάποιες φορές έδινε κάτι λίγα και μετά πάλι σιωπή. Το βάρος όμως έπεσε σε μένα. Δούλευα όπου έβρισκα. Καθαρισμοί σε σπίτια, λίγες ώρες σε φούρνο, μετά σε ένα μίνι μάρκετ της γειτονιάς. Είχα χρόνια να πάρω κάτι για μένα χωρίς τύψεις. Ό,τι έβγαινε πήγαινε σε ενοίκιο τότε, μετά σε δόση, σε λογαριασμούς, σε φροντιστήρια όσο μπορούσα, σε ρούχα, σε γιατρούς.

Δεν τα λέω για να με λυπηθεί κανείς. Απλά έτσι ήταν. Και ναι, έκανα κι εγώ λάθη. Τις έμαθα ότι η μάνα θα βρει πάντα τρόπο. Ότι «άσε, το έχω εγώ». Ότι δεν χρειάζεται να αγχωθούν. Όποτε ζορίζονταν, εγώ έτρεχα πρώτη. Ακόμα κι όταν δεν με έπαιρνε.

Η μεγάλη μου κόρη γύρισε πρώτη σπίτι πριν ενάμιση χρόνο. Είχε θέμα με τη δουλειά της, μετά ανέβηκε το ενοίκιο, μετά χώρισε κιόλας για λίγο και μου είπε «μόνο για δύο μήνες, μέχρι να σταθώ». Της είπα φυσικά να έρθει. Σε λίγο τα ξαναβρήκε με τον σύντροφό της και αντί να φύγουν, ήρθε κι εκείνος. «Για να μαζέψουμε λεφτά, ρε μαμά», μου είπε. Δεν χάρηκα, αλλά δεν είπα όχι.

Μετά ήρθε και η μικρή. Στην αρχή για λίγες μέρες, γιατί είχε τσακωθεί με τον ιδιοκτήτη στο σπίτι που έμενε. Μετά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν μόνο αυτό. Χρωστούσε ήδη δύο ενοίκια, είχε αφήσει και κάτι λογαριασμούς απλήρωτους και φοβόταν ότι θα της κόψουν το ρεύμα. Ήρθε κι εκείνη με τον δικό της. Πάλι είπα ναι. Εγώ το έκανα σαν μάνα. Αλλά και από φόβο το έκανα. Σκεφτόμουν «πού θα πάνε;»

Στην αρχή έλεγα, θα στριμωχτούμε λίγο και θα περάσει. Σιγά σιγά όμως το σπίτι δεν ήταν σπίτι. Ήταν σταθμός. Ο ένας δούλευε βράδυ και κοιμόταν μέρα, ο άλλος έκανε τηλεφωνήματα στο μπαλκόνι, η μία μαγείρευε στις 11 το βράδυ, η άλλη άφηνε σακούλες και πράγματα παντού. Ο λογαριασμός της ΔΕΗ ανέβηκε, το σούπερ μάρκετ διπλασιάστηκε, το νερό το ίδιο. Και το χειρότερο; Όλοι έλεγαν ότι θα συμβάλουν, αλλά στο τέλος όλο κάτι γινόταν.

«Αυτόν τον μήνα είμαι στενά.»
«Μας έφαγε η προκαταβολή του αυτοκινήτου.»
«Πλήρωσα μια οφειλή στην εφορία.»
«Θα σου τα δώσω όταν μπουν.»

Κι εγώ πάλι έκανα την καλή. Μόνο που δεν ήμουν καλή. Ήμουν θυμωμένη και δεν το έλεγα. Μάζευα μέσα μου πράγματα και μετά έβγαζα γκρίνια για άσχετα. Για ένα ποτήρι στον νεροχύτη, για μια πετσέτα στον καναπέ, για το μπάνιο. Ουσιαστικά όμως δεν άντεχα που στα 58 μου, μετά από τόσα χρόνια, ξαναζούσα σαν να μεγάλωνα παιδιά, μόνο που τώρα ήταν όλοι ενήλικες και μου μιλούσαν και από πάνω σαν να τους χρωστάω κατανόηση χωρίς τέλος.

Το μεγάλο μπαμ έγινε πριν δέκα μέρες. Γύρισα από τη δουλειά και βρήκα τη σύνταξη της μητέρας μου, που τη διαχειρίζομαι εγώ γιατί δεν μπορεί μόνη της, να λείπει από το συρτάρι. Δεν ήταν πολλά, αλλά ήταν για φάρμακα και για μια εξέταση σε ιδιωτικό διαγνωστικό, γιατί στο νοσοκομείο μας είχαν δώσει ραντεβού μετά από εβδομάδες.

Έγινε χαμός. Φώναξα, έκλαψα, τους είπα ότι κάποιος πήρε λεφτά χωρίς να ρωτήσει. Η μικρή μου κόρη έβαλε τα κλάματα και είπε «τα πήρα εγώ, αλλά θα τα έβαζα πίσω». Είχε, λέει, δώσει κάτι για να κλείσει μια παλιά οφειλή γιατί την πίεζαν. Δεν μου το είπε γιατί ντρεπόταν. Ο σύντροφός της φώναζε ότι την έφερα σε σημείο να φοβάται να μου μιλήσει. Η μεγάλη έλεγε ότι πάντα ξεσπάω στη μικρή. Ο δικός της έλεγε να ηρεμήσουμε γιατί «λεφτά είναι, θα βρεθούν».

Εκεί νομίζω έσπασα. Όχι μόνο για τα λεφτά. Για το ότι μέσα στο σπίτι μου ένιωσα ανασφάλεια. Για το ότι η μητέρα μου θα μπορούσε να μείνει χωρίς τα φάρμακά της. Για το ότι όλοι είχαν άποψη, αλλά κανείς δεν είχε καταλάβει τι σημαίνει να κρατάς τόσα χρόνια ένα σπίτι όρθιο με το ζόρι.

Τους είπα: «Σας αγαπάω, αλλά αυτό δεν πάει άλλο. Δεν μπορώ να είμαι μάνα, πεθερά, ξενοδοχείο, πορτοφόλι και σάκος του μποξ μαζί. Μέχρι τέλος καλοκαιριού θέλω να έχετε φύγει.»

Σιωπή. Μετά νεύρα. Η μεγάλη μου είπε ότι τους διαλύω. Η μικρή ότι δεν τη στηρίζω όταν με χρειάζεται. Τους απάντησα ότι στήριξη δεν σημαίνει να χαθώ εγώ. Και ναι, το λέω τώρα, άργησα πολύ να το πω.

Από τότε μιλάμε τυπικά. Στο σπίτι η ατμόσφαιρα είναι βαριά. Κάνω κι εγώ δεύτερες σκέψεις. Μήπως έπρεπε να τους δώσω κι άλλο χρόνο; Μήπως το είπα πάνω στα νεύρα μου; Από την άλλη, αν δεν το κάνω τώρα, πότε; Όταν αρρωστήσω κι εγώ; Όταν χρεωθώ κι άλλο; Όταν φτάσω να ζητάω άδεια για να κάτσω στο σαλόνι μου;

Δεν πιστεύω ότι είναι κακά παιδιά. Πιστεύω όμως ότι κι εγώ τα έμαθα να θεωρούν δεδομένο ότι θα ανοίγω πάντα χώρο, χρόνο και πορτοφόλι. Και τώρα που προσπαθώ να βάλω ένα όριο, φαίνομαι σκληρή.

Ειλικρινά, δεν ξέρω αν κάνω το σωστό ή αν απλά κουράστηκα πιο πολύ απ’ όσο παραδεχόμουν. Εσείς τι λέτε; Έπρεπε να κάνω υπομονή κι άλλο ή καλά έκανα και ζήτησα από τα ενήλικα παιδιά μου να βρουν το δικό τους σπίτι;