«Δεν γίνεται να τους αφήσουμε μόνους τώρα», μου είπε ο άντρας μου — κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως μέσα στο ίδιο μου το σπίτι είχα αρχίσει να εξαφανίζομαι
«Μη μου πεις πάλι ότι κουράστηκες, γιατί όλοι κουρασμένοι είμαστε», μου είπε ο άντρας μου μέσα στην κουζίνα, ενώ εγώ κρατούσα ακόμα τη σακούλα από το φαρμακείο και περίμενα να βγάλω τα παπούτσια μου.
Δεν του απάντησα αμέσως. Είχα μόλις γυρίσει από το σπίτι των πεθερικών, είχα περάσει πρώτα από τον ΕΟΠΥΥ για μια έγκριση, μετά φαρμακείο για τα χάπια της πεθεράς μου, μετά σούπερ μάρκετ, και είχα αφήσει στη μέση και τη δική μου δουλειά. Δουλεύω από το σπίτι, με τιμολόγιο, οπότε για όλους αυτό σημαίνει ότι «μπορώ να πεταχτώ».
Τον κοίταξα και του είπα: «Δεν σου λέω ότι κουράστηκα μόνο. Σου λέω ότι αυτό δεν βγαίνει άλλο έτσι».
Η αλήθεια είναι ότι δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Ο πεθερός μου άρχισε να ξεχνάει πράγματα πριν από έναν χρόνο. Στην αρχή ήταν μικρά. Μετά άρχισε να χάνει λογαριασμούς, να μπερδεύει φάρμακα, να ανοίγει την πόρτα σε όποιον χτυπούσε. Η πεθερά μου έχει κινητικά, δεν μπορεί να τρέχει. Ο άντρας μου δουλεύει πολλές ώρες, φεύγει πρωί, γυρνάει βράδυ. Ο αδερφός του μένει Πάτρα και έρχεται όποτε μπορεί, δηλαδή σπάνια.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το συζητήσουμε ποτέ κανονικά, βρέθηκα εγώ να πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα. «Μόνο για λίγο». «Μόνο αυτή την εβδομάδα». «Μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε». Αυτά ακούω μήνες τώρα.
Στην αρχή το δέχτηκα. Όχι μόνο από καλοσύνη. Και από ενοχή. Η δική μου μητέρα, όταν αρρώστησε, ήταν η αδερφή μου που τράβηξε τα περισσότερα γιατί εγώ τότε δούλευα ασταμάτητα και είχα μικρό το παιδί. Οπότε μέσα μου ένιωθα ότι τώρα είναι η σειρά μου να μη μετράω. Μόνο που το παράκανα.
Δεν έβαλα όρια. Δεν είπα από την αρχή «τόσες μέρες μπορώ», «αυτά μπορώ να κάνω, αυτά όχι». Έλεγα ναι σε όλα και μετά έβραζα από μέσα μου. Και το χειρότερο; Δεν το έλεγα καθαρά. Το πετούσα σε άκυρες στιγμές, με μούτρα, με ειρωνείες. Οπότε κι οι άλλοι έβλεπαν μια γκρινιάρα, όχι έναν άνθρωπο που είχε φτάσει στα όριά του.
Το πράγμα ξέφυγε πριν δέκα μέρες. Είχα μια σοβαρή δουλειά να παραδώσω, με προθεσμία και λεφτά που τα περιμέναμε για το ενοίκιο και τη δόση του ρεύματος. Εκείνο το πρωί με πήρε η πεθερά μου τηλέφωνο κλαίγοντας. Ο πεθερός μου είχε φύγει μόνος του να πάει, λέει, στην παλιά του δουλειά, ενώ είναι χρόνια συνταξιούχος. Τον βρήκαν τελικά δύο στενά πιο κάτω, μπερδεμένο.
Πήγα αμέσως. Δεν το συζητάω. Αλλά όταν γύρισα, είχε χαθεί η μισή μέρα και το βράδυ ο πελάτης μού έστειλε ότι αν δεν το κλείσουμε άμεσα, θα το δώσει αλλού. Έχασα τη δουλειά. Δεν το είπα αμέσως στον άντρα μου. Ντράπηκα, θύμωσα, και κυρίως φοβήθηκα ότι θα μου πει πάλι «και τι να κάναμε;». Οπότε το έκρυψα δύο μέρες.
Όταν το έμαθε, έγινε χειρότερα.
«Δηλαδή το κράτησες κρυφό;» μου είπε.
«Ναι, το κράτησα, γιατί ήξερα ακριβώς τι θα ακούσω», του απάντησα.
«Και τι ήθελες να κάνω; Να αφήσω τους γονείς μου;»
«Όχι. Ήθελα να μη θεωρείς αυτονόητο ότι θα τους σηκώνω εγώ όλα».
Εκεί πετάχτηκε και η μεγάλη αλήθεια που με πόνεσε περισσότερο. Μου είπε: «Εσύ έχεις πιο ευέλικτο πρόγραμμα. Εγώ αν λείψω από τη δουλειά, θα έχω θέμα».
Και του λέω: «Κι εγώ τι έχω; Χόμπι; Το ότι δεν χτυπάω κάρτα δεν σημαίνει ότι ο χρόνος μου δεν αξίζει».
Σιωπή. Από εκείνες τις σιωπές που ακούς και το ψυγείο.
Μετά μπήκε στη μέση η πεθερά μου, γιατί προφανώς της το είπε. Με πήρε και μου είπε: «Παιδί μου, αν σε βαραίνουμε, να το ξέρουμε». Και εκεί αισθάνθηκα απαίσια. Γιατί δεν είναι ότι δεν νοιάζομαι. Νοιάζομαι πολύ. Και για εκείνη και για τον πεθερό μου. Δεν ήθελα να νιώσει ότι τους ξεφορτώνομαι.
Της είπα: «Δεν είναι αυτό. Είναι ότι δεν μπορώ να είμαι η βασική λύση για όλα».
Και μου απάντησε κάτι που με μπέρδεψε πιο πολύ: «Κι εγώ νόμιζα ότι το ήθελες, επειδή εσύ τα κανόνιζες όλα τόσο πρόθυμα».
Εκεί κατάλαβα πόσο μεγάλο μερίδιο έχω κι εγώ. Εγώ ήμουν αυτή που έλεγε «άστο, θα πάω εγώ», «άστο, θα τηλεφωνήσω εγώ», «άστο, θα το κλείσω εγώ με τον γιατρό». Το έκανα γιατί ήθελα να γίνονται σωστά, αλλά και γιατί βαθιά μέσα μου ήθελα να μη με πουν αδιάφορη. Και τελικά έγινα δεδομένη.
Το βράδυ που τα είπαμε πιο ήρεμα, είπα στον άντρα μου κάτι που δεν είχα ξαναπεί έτσι: «Αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα θυμώνω μόνο. Θα σβήσω. Και δεν θέλω να φτάσω να σας μισήσω για πράγματα που σήμερα γίνονται από ανάγκη».
Δεν αντέδρασε άσχημα. Για πρώτη φορά μάλλον το άκουσε. Μου είπε ότι κι εκείνος φοβάται, ότι βλέπει τον πατέρα του να χάνεται λίγο λίγο και δεν αντέχει την ιδέα να τους βάλουμε γυναίκα ή κάποια δομή, γιατί το νιώθει σαν εγκατάλειψη. Το καταλαβαίνω. Αλλά του είπα ότι το να διαλυθώ εγώ δεν είναι λύση ούτε αγάπη.
Τώρα κοιτάμε πρακτικά τι θα κάνουμε. Να πληρώνει κι ο αδερφός του ένα μέρος για βοήθεια στο σπίτι, να μοιραστούν σταθερές μέρες, να μπει πρόγραμμα, να μη με παίρνουν για τα πάντα. Δεν έχει λυθεί κάτι μαγικά. Και οι τύψεις είναι εκεί. Και η ένταση υπάρχει ακόμα.
Αλλά για πρώτη φορά είπα καθαρά ότι δεν μπορώ άλλο να είμαι διαθέσιμη επειδή απλώς «βολεύει». Κι από τότε νιώθω λίγο ένοχη, λίγο ανακουφισμένη, και λίγο σαν να έκανα κάτι πολύ μεγάλο ενώ για άλλους ίσως είναι αυτονόητο.
Πείτε μου ειλικρινά: όταν βάζεις όριο σε τέτοια κατάσταση, είναι εγωισμός ή ανάγκη; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;