«Είσαι σπίτι έτσι κι αλλιώς» μου είπαν, όταν αρνήθηκα να κρατάω και το παιδί της κουνιάδας μου ενώ είμαι με μωρό 3 μηνών — και ξαφνικά βρέθηκα απέναντι σε όλη την οικογένεια
«Αφού είσαι σπίτι, τι σου είναι ένα παιδάκι ακόμα για λίγες ώρες;» Αυτό μου είπε η πεθερά μου και πραγματικά πάγωσα. Της είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα ότι δεν γίνεται, ότι το μωρό μου είναι μόλις τριών μηνών, δεν κοιμάται καλά, θηλάζω, είμαι όλη μέρα πάνω κάτω και δεν αντέχω να αναλάβω και το παιδί της κουνιάδας μου. Και εκεί ξεκίνησαν όλα.
Η κουνιάδα μου δουλεύει σε κατάστημα και της άλλαξαν βάρδιες. Ο παιδικός φυσικά δεν είναι επιλογή για το δικό της παιδί λόγω ηλικίας, η μάνα της είπε ότι δεν μπορεί κάθε μέρα, και κάπως βγήκε σαν «λογική» λύση ότι εγώ είμαι σε άδεια μητρότητας, άρα διαθέσιμη. Αυτό το «διαθέσιμη» με τρέλανε. Δηλαδή επειδή δεν πάω στο γραφείο, δεν κάνω τίποτα;
Στην αρχή δεν το είπα απότομα. Είπα «να βοηθήσω καμιά φορά, αν είναι ανάγκη, ναι, αλλά όχι σταθερά και όχι να θεωρείται δεδομένο». Η πεθερά μου το άκουσε σαν να είπα ότι δεν θέλω να βοηθήσω καθόλου. Μου απάντησε: «Κι εγώ μεγάλωσα παιδιά χωρίς βοήθεια και κρατούσα και τα ανίψια όταν χρειαζόταν». Εκεί έκανα κι εγώ λάθος, γιατί ήμουν ήδη κουρασμένη και πετάχτηκα: «Ναι, αλλά δεν σας το επέβαλε κανείς». Από εκεί και μετά, μάζεμα δεν είχε.
Το βράδυ ο άντρας μου αντί να με στηρίξει, μου είπε: «Δεν σου είπε να το κάνεις για πάντα. Η αδερφή μου έχει ανάγκη». Του λέω «κι εγώ έχω ανάγκη». Και μου απάντησε το αμίμητο: «Εσύ τουλάχιστον είσαι σπίτι». Εκεί ένιωσα ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα. Του είπα «έχεις κάτσει μία ολόκληρη μέρα μόνος με το μωρό να δεις;» και στραβώσαμε άσχημα.
Δεν θα το παίξω και άγια. Δεν είμαι εύκολος άνθρωπος όταν πιέζομαι. Τον τελευταίο καιρό είμαι με νεύρα, κλαίω εύκολα, δεν κοιμάμαι, και αντί να του πω καθαρά πόσο χάλια νιώθω, το κράταγα μέσα μου και το έβγαζα σε ειρωνείες. Επίσης, την κουνιάδα μου την είχα βοηθήσει 2-3 φορές και μάλλον αυτό τους έδωσε την εντύπωση ότι το έχω αφήσει ανοιχτό. Αλλά άλλο «μια φορά να σε ξελασπώσω» κι άλλο να μου το ανακοινώνεις σαν πρόγραμμα.
Μετά άρχισαν τα τηλέφωνα. Η πεθερά μου, μετά η θεία του άντρα μου, μετά η ίδια η κουνιάδα μου. Η κουνιάδα μου έκλαιγε και έλεγε «αν δεν με βοηθήσετε, θα χάσω τη δουλειά μου». Και εκεί λύγισα λίγο, γιατί δεν είναι αδιάφορο αυτό. Με τα σημερινά, ποιος παίζει με μια δουλειά; Αλλά πάλι ένιωθα ότι όλοι κοιτάνε τη δική της ανάγκη και κανείς τη δική μου.
Της είπα: «Δεν λέω ότι δεν σε καταλαβαίνω. Αλλά δεν μπορώ να αναλάβω ευθύνη για άλλο παιδί κάθε μέρα με μωρό στην αγκαλιά». Και μου είπε: «Δηλαδή εγώ τι να κάνω;» Δεν είχα απάντηση. Γιατί ό,τι κι αν έλεγα, ακουγόταν σκληρό.
Το χειρότερο ήταν ο άντρας μου. Αντί να πει στη μάνα του να το αφήσει, μου είπε ότι τον φέρνω σε δύσκολη θέση. Ότι «στη δική μας οικογένεια έτσι έχουμε μάθει, βοηθάμε ο ένας τον άλλον». Του είπα «ωραία, να βοηθήσεις κι εσύ τότε, πάρε άδεια, άλλαξε βάρδιες, βρες λύση». Και μου λέει «δεν είναι τόσο απλό». Ναι, αλλά για μένα ήταν απλό;
Κάπου εκεί βγήκαν και άλλα που δεν ήταν μόνο για το παιδί της κουνιάδας μου. Η πεθερά μου πέταξε ότι από τότε που γέννησα «έχω απομακρύνει το παιδί από την οικογένεια». Επειδή δεν θέλω κάθε τρεις και λίγο επισκέψεις στο σπίτι, επειδή δεν θέλω να μου το παίρνουν αγκαλιά όταν κλαίει, επειδή θέλω λίγο πρόγραμμα. Και κατάλαβα ότι το θέμα δεν ήταν μόνο η φύλαξη. Ήταν ότι τόσον καιρό έβαζα μικρά όρια και τους κακοφαινόταν, απλώς τώρα έσκασε κανονικά.
Από την άλλη, αν είμαι ειλικρινής, ίσως κι εγώ δεν τους έδωσα ποτέ ξεκάθαρη εικόνα. Χαμογελούσα για να μη χαλάσω καρδιές, έλεγα «βλέπουμε», «να δούμε πώς θα πάει», αντί να πω ένα καθαρό όχι από την αρχή. Και με τον άντρα μου δεν είχα μιλήσει ανοιχτά ότι φοβάμαι πως αν αρχίσω να κρατάω και δεύτερο παιδί, θα καταρρεύσω. Ντρεπόμουν να το πω έτσι. Σαν να παραδεχόμουν ότι δεν τα βγάζω πέρα ούτε με το δικό μου.
Την τελευταία φορά που μαζευτήκαμε, η πεθερά μου είπε μπροστά σε όλους: «Εμείς αλλιώς μάθαμε, όχι ο καθένας τον εαυτό του». Και εγώ της απάντησα, πιο έντονα απ’ όσο ήθελα: «Το να προστατεύω τις δυνάμεις μου και το μωρό μου δεν σημαίνει ότι είμαι κακή». Έγινε παγωμάρα. Ο άντρας μου δεν είπε λέξη. Αυτό με πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Τώρα υπάρχει ψυχρότητα. Η κουνιάδα μου μιλάει τυπικά, η πεθερά μου σχεδόν καθόλου, και στο σπίτι με τον άντρα μου είμαστε σαν να περπατάμε σε τεντωμένο σχοινί. Εγώ ακόμα νιώθω ενοχές, γιατί ξέρω ότι όντως υπάρχει ανάγκη. Αλλά νιώθω και θυμό, γιατί περίμεναν από μένα να θυσιάσω το λίγο που κρατάω όρθιο χωρίς καν να με ρωτήσουν πραγματικά αν μπορώ.
Ίσως αν το είχα πει πιο καθαρά από την αρχή, ίσως αν ο άντρας μου είχε μπει έστω μία μέρα στη θέση μου, να μην έφτανε εδώ. Αλλά τώρα έχει γίνει θέμα σε όλη την οικογένεια και εγώ νιώθω η «δύσκολη» της υπόθεσης.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Είναι όντως υποχρέωσή μου να κρατάω το παιδί της κουνιάδας μου επειδή είμαι σε άδεια μητρότητας, ή καλά έκανα που έβαλα όριο;