«Μαμά, ζεις με δικά σου πρότυπα, αλλά τα προβλήματά σου κολλάνε πάντα πάνω μου»

«Άννα, πάλι βγήκε το θερμοσίφωνο εκτός. Έρχεσαι να το κοιτάξεις ή να φωνάξω τον Μιχάλη;»

Η φωνή της μαμάς στο τηλέφωνο πάντα είναι λίγο πιεστική, λίγο δραματική, όπως κι αν είναι η κατάσταση. Είμαι στη δουλειά, έχω αφήσει τα παιδιά στη γιαγιά από το πρωί, ο άντρας μου προσπαθεί να βγάλει άκρη με τη ΔΕΗ και το κεφάλι μου πάλλεται από τις σκέψεις. Και πάλι, εκείνη. “Δεν γίνεται να φωνάξεις ηλεκτρολόγο; Από πού να προλάβω να περάσω;” τη ρωτάω σχεδόν εκνευρισμένη, αν και το κρύβω. «Ξέρεις πόσο κοστίζουν πια οι μάστορες, Άννα μου; Και, στο κάτω κάτω, με τόσα που σου έχω μάθει…»

Εδώ τσαντίζομαι. Με τόσα που μου έχει μάθει; Τι μου έμαθες, μαμά; Να είμαι ανεξάρτητη, να μη βασίζομαι σε κανέναν, να μη γίνω ποτέ βάρος; Αυτά εσύ, που ποτέ σου δεν πήρες ηλεκτρολόγο, που πάντα μου έλεγες να τα βγάζω πέρα μόνη μου, που μου επέμενες ότι, σαν γυναίκα, οφείλω να ‘χω και μυαλό, και χέρια; Και τώρα, κάθε φορά που χαλάει κάτι σ’ αυτό το παλιό διαμέρισμα που νοικιάζεις, εγώ κι ο Νίκος τρέχουμε.

Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που έδειξα στον Νίκο το σπίτι που νοικιάζει η μάνα μου στα Πετράλωνα. «Θα ήταν ωραία να φροντίζεις και λίγο εσένα, να βάλεις έναν υδραυλικό να αλλάξει τη βρύση, να βάψουμε…» της είπα τότε, ζωγραφίζοντας κι ένα χαμόγελο. Εκείνη θύμωσε. «Εγώ στη θέση σας δεν θα έδινα ποτέ χρήμα για τέτοια. Είπα σου πως τα λεφτά πάνε μακριά; Δε φταις, εσύ μεγάλωσες κάπως αλλιώς…». Αλλά στ’ αλήθεια, μαμά, πώς αλλιώς; Δεν ήσουν εσύ η ίδια που μου το έλεγες, «τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα, ούτε οι άντρες πρέπει να είναι υποχρεωμένοι για τίποτα;»

Γυρνάω σπίτι το απόγευμα, βουτηγμένη στα νεύρα και στο άγχος. Τα παιδιά, κουρασμένα από το σχολείο, με περιμένουν να παίξουμε. Ο Νίκος γύρισε πιο αργά. Μου ρίχνει το βλέμμα του: «Τι έγινε πάλι; Η μάνα σου κάτι θέλει;». Σκοντάφτω πάνω στη δική μας φράση. Δεν γίνεται μέρα χωρίς να γίνω μηχανικός, ψυχολόγος και οικονομολόγος της δικής μου μάνας, σκεφτόμουν. Ή θα τους φτιάξω τη βρύση, ή το θερμοσίφωνο, ή θα τα ακούσω που τσακώθηκε με τον ιδιοκτήτη της…

Της μίλησα ξεκάθαρα μετά από ένα τέτοιο βράδυ, που έκλαιγα κρυφά στο σαλόνι γεμάτη ενοχές. «Μπορούμε, μαμά, να κανονίζεις μόνη σου μαστορέματα; Να μην τρέχουμε πάντα; Θέλω να με καταλάβεις: έχεις τη δική σου ζωή, έχω τη δική μου. Βρίσκουμε και οι δύο λύσεις αν θέλουμε… γιατί να είμαι μόνο εγώ η λύση;». Κάποτε το άκουσμά της φωνής τρομάζω ακόμη –αλλά εκείνο το βράδυ δίστασε. «Άννα, δεν ήθελα ποτέ να γίνω βάρος. Αλλά ξέρεις, μόνο εσύ είσαι εδώ. Ο αδερφός σου… ξέρεις…». Πώς να της πω ότι ο Κώστας ακόμα φοβάται να τη σηκώσει στο τηλέφωνο;

Και μέσα μου ανάβει η παλιά φωτιά: Γιατί να πρέπει πάντα εγώ, το κορίτσι; Γιατί ο αδερφός μου, που τον δικαιολογεί πάντα, εξαφανίζεται μόλις δυσκολέψουν τα πράγματα; Γιατί κάποιος να είναι «η μαμά» και κάποιος άλλος «το στήριγμα της μαμάς»;

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε το κουδούνι. Χτυπά. Ήμουν έτοιμη να πάω το μικρό στον παιδικό. Είναι η μαμά μου –με ορθάνοιχτα μάτια γεμάτα αγωνία.

«Άννα, μην με παρεξηγήσεις… αλλά φοβάμαι να μείνω μόνη μες στο σκοτάδι. Τι να κάνω αν πάλι κοπεί το ρεύμα; Είμαι μόνη μου. Παλιά δεν με πείραζε, τώρα όμως…».

Κοντοστάθηκα. Ξέρω ότι αυτό ήταν αλήθεια, δεν ήταν δικαιολογία. Θυμήθηκα τα βράδια που μέναμε μόνες, όταν ο πατέρας έφυγε πριν δεκαπέντε χρόνια. Εκείνη κράτησε το σπίτι όρθιο. Πάλεψε με τους μαγαζάτορες για το νοίκι. Μας τάιζε με τα λίγα που είχαν μείνει. Τα θυμάμαι, τα αναγνωρίζω. Ίσως τώρα είναι δική μου σειρά, σκέφτομαι κάτι τέτοιο, αλλά γιατί με τρώει αυτός ο κόμπος στην καρδιά;

Φώναξα τελικά ένα συνεργείο. Πλήρωσα εγώ. Ο Νίκος μού είπε: «Δεν πειράζει, το σωστό είναι να βοηθάς. Αλλά αν ένιωθες πάντα εσύ τη μικρή και εσύ πάλι παίρνεις το βάρος, δεν είναι πια σωστό». Μας πήρε ώρα να το συζητήσουμε. Για δεκαετίες, είχα μάθει να λύνω εγώ ΟΛΑ τα θέματα. Αλλά γιατί εγώ; Είναι δίκαιο αυτό για μένα, για το παιδί μου, για τη σχέση μου; Και πώς λες σε μια μητέρα που σε μεγάλωσε με το σκληρό πρόσωπο επιβίωσης, ότι τώρα θέλεις εκείνη να μάθει να επιβιώνει μόνη της;

Το βράδυ της είπα: «Μαμά, από δω και μπρος λέω πως αν θέλεις βοήθεια, θα πληρώνεις τους ειδικούς. Εγώ θα σε βοηθάω όταν μπορώ, αλλά όχι για τα πάντα. Δεν είμαι ο σωτήρας αυτού του σπιτιού. Κι ούτε πρέπει να είμαι πια. Εσύ μου το έμαθες αυτό». Άργησε να μιλήσει. «Άννα, με πονάει αυτό που μου λες. Αλλά καταλαβαίνω… Σε τρόμαξα, ε; Μάλλον δεν ξέρω τι σημαίνει να αφήνεις τους άλλους να ζήσουν χωρίς εσένα. Πάντα φοβόμουν να μείνω μόνη».

Κανείς δεν ετοιμάζεται γι’ αυτές τις αντιστροφές ρόλων. Δεν φαντάστηκα ποτέ ότι η γυναίκα που ήθελε να χτίσω τείχη γύρω μου, θα προσπαθούσε να με «βάλει πίσω στο σπίτι» με το δικό της, καθημερινό τρόπο. Ούτε ότι το να βάζεις όρια στη μάνα σου θα πονάει τόσο, ούτε ότι θα νιώθεις ενοχές που δεν γίνεσαι η ηρωίδα κάθε καρδιοχτύπιού της.

Το ερώτημά μου είναι απλό και τόσο δύσκολο: Πώς σταματάς να είσαι το στήριγμα όλων και αρχίζεις να είσαι ο εαυτός σου; Και όταν η μαμά σου σε μαθαίνει να στηρίζεις εσένα, μήπως τελικά σου ζητά να στηρίζεις πάντα… εκείνη;