«Δεν γίνεται να κρατάς το σπίτι της μάνας σου και να λες ότι δεν αντέχεις άλλο» — εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι είχα πραγματικά χάσει
«Αν είναι να μετράς τι κάνεις για τη μάνα σου, να το πεις καθαρά». Αυτό μου είπε ο αδελφός μου στο τηλέφωνο και έμεινα να τον ακούω χωρίς να μπορώ να μιλήσω.
Το είπε μπροστά και στην αδελφή μου, σε ανοιχτή ακρόαση. Το κατάλαβα από τις ανάσες και από κάτι ψιθύρους. Και δεν ήταν μόνο η φράση. Ήταν ο τρόπος, σαν να ήμουν εγώ ο άνθρωπος που βαρέθηκε, που αδιαφόρησε, που κοιτάει μόνο τον εαυτό του.
Η μάνα μας μένει μόνη της σε διαμέρισμα στο Περιστέρι, τρίτος χωρίς ασανσέρ. Μετά από ένα πέσιμο στην κουζίνα, άρχισαν τα δύσκολα. Όχι κάτι που να θέλει νοσοκομείο μόνιμα, αλλά φυσικοθεραπείες, εξετάσεις, φάρμακα, ψώνια, κάποιος να περνάει, κάποιος να τη σηκώνει όταν φοβάται, κάποιος να ακούει το ίδιο πράγμα δέκα φορές γιατί έχει αγωνία. Όποιος το έχει ζήσει ξέρει.
Στην αρχή είπα «εννοείται, όλοι μαζί». Εγώ μένω Νίκαια, δουλεύω σε λογιστικό γραφείο στον Κορυδαλλό, με ωράριο που στα χαρτιά είναι οκ αλλά στην πράξη ποτέ δεν ξέρεις πότε θα φύγεις. Ο άντρας μου κάνει διανομές και λείπει όλη μέρα. Τα παιδιά είναι γυμνάσιο. Δεν είχα άπειρο χρόνο, αλλά ήμουν αυτή που μπορούσε πιο εύκολα να πεταχτεί, γιατί ο αδελφός μου είναι Μενίδι και δουλεύει σε συνεργείο, ενώ η αδελφή μου έχει μικρό παιδί και πεθερικά που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι της συνέχεια.
Έτσι έγινε χωρίς να το πολυσυζητήσουμε. Εγώ πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα. Πριν τη δουλειά, μετά τη δουλειά, Σάββατο, μεσημέρι με τάπερ, στη λαϊκή, στο φαρμακείο, σε ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, να κυνηγάω παραπεμπτικά, να παίρνω τηλέφωνα για φυσικοθεραπευτή. Στην αρχή δεν με πείραζε. Έλεγα, μάνα είναι.
Μετά άρχισαν τα μικρά. «Πήρες αυτό;» «Γιατί δεν πήγες εκεί;» «Ο γιατρός είπε και το άλλο». Από όλους. Και από τη μάνα μου και από τα αδέλφια μου. Κανείς δεν έλεγε ακριβώς «ευχαριστώ», αλλά ούτε αυτό ήταν το βασικό. Το θέμα είναι ότι άρχισα να νιώθω σαν να ήμουν υπάλληλος σε βάρδια που έπρεπε να απολογείται.
Ο άντρας μου μου το έλεγε. «Δεν γίνεται να έχεις δεύτερο σπίτι και να διαλύεται το δικό μας». Και είχε ένα δίκιο. Είχα αρχίσει να μην είμαι πουθενά καλά. Στη δουλειά αφηρημένη, στο σπίτι νεύρα, στα παιδιά «περίμενε», «μετά», «άσε με τώρα». Μια μέρα ξέχασα να πληρώσω το ρεύμα και μας ήρθε ειδοποίηση. Δεν το λέω περήφανα. Εγώ τα διαχειρίζομαι αυτά συνήθως.
Αλλά έκανα κι εγώ λάθος. Μεγάλο. Δεν μιλούσα καθαρά. Έλεγα «ναι ναι, θα το δω», «ναι, θα περάσω», «εντάξει, θα το κανονίσω». Μέσα μου έβραζα, αλλά προς τα έξω έδειχνα ότι τα προλαβαίνω. Ίσως γιατί ήθελα να νιώθω χρήσιμη. Ίσως γιατί φοβόμουν ότι αν πω «δεν μπορώ», θα ακουστεί σαν «δεν θέλω». Και στην οικογένειά μας αυτό κολλάει εύκολα πάνω σου.
Το πράγμα έσκασε πριν δύο εβδομάδες. Η μάνα μου ήθελε να πάει για εξετάσεις στο νοσοκομείο και εγώ είχα ήδη ζητήσει άδεια δύο φορές μέσα στον μήνα. Δεν γινόταν άλλη. Είπα στον αδελφό μου να την πάει εκείνος. Μου είπε «θα προσπαθήσω». Τελικά δεν πήγε, γιατί του έτυχε δουλειά. Η αδελφή μου δεν μπορούσε. Η μάνα μου στενοχωρήθηκε και τους είπε όλους ότι «μόνο η κόρη μου ασχολείται, αλλά κι αυτή τώρα άλλαξε».
Το βράδυ με πήρε ο αδελφός μου έξαλλος. «Τι τους λες; Ότι δεν κάνουμε τίποτα;» Εγώ είπα ότι δεν είπα τίποτα, και ήταν αλήθεια. Αλλά μετά μου πέταξε αυτό με το «αν μετράς τι κάνεις για τη μάνα σου…». Και κάπου εκεί του είπα κι εγώ πράγματα που κρατούσα μήνες. Ότι έχουν βολευτεί. Ότι θυμούνται να δώσουν συμβουλή, όχι να πάνε σούπερ μάρκετ. Ότι είναι εύκολο να με λένε υπερβολική όταν δεν έχουν ακούσει τη μάνα μας να τους φωνάζει στις 11 το βράδυ γιατί δεν βρίσκει το κουτί με τα χάπια.
Μετά μίλησε η αδελφή μου και εκεί άλλαξε λίγο το πράγμα. Μου είπε: «Ξέρεις γιατί δεν ανοίγω το στόμα μου; Γιατί κάθε φορά που πάω, η μάνα μας με συγκρίνει μαζί σου. Μου λέει “η αδελφή σου τα κάνει καλύτερα, η αδελφή σου ξέρει”. Και φεύγω χάλια». Δεν το ήξερα. Ή μάλλον δεν ήθελα να το δω. Γιατί εμένα η μάνα μου μου έλεγε τα ανάποδα. «Μόνο εσύ με κατάλαβες, οι άλλοι είναι απόντες». Κι εγώ το άκουγα και πείσμωνα περισσότερο απέναντί τους.
Μετά έμαθα και κάτι άλλο. Ο αδελφός μου, που νόμιζα ότι απλά απέφευγε, είχε δώσει λεφτά κρυφά για κάτι οφειλές της μάνας μας στην πολυκατοικία και για έναν παλιό λογαριασμό φυσικού αερίου. Δεν το είπε ποτέ, γιατί ντρεπόταν που δεν μπορούσε να βοηθάει με χρόνο. Εγώ πάλι είχα δώσει χρόνο και καθόλου χώρο στους άλλους να βοηθήσουν αλλιώς.
Δεν λύθηκαν όλα με μία κουβέντα. Καμία σχέση. Τσακωθήκαμε, κλάψαμε, είπαμε πράγματα άγαρμπα. Και με τη μάνα μου μάλωσα. Της είπα ότι δεν μπορεί να μας βάζει τον έναν απέναντι στον άλλον, ακόμα κι αν το κάνει από φόβο ή ανασφάλεια. Εκείνη το αρνήθηκε, μετά έκλαψε, μετά είπε ότι φοβάται μην την αφήσουμε και δεν τολμάει να πει ποιον χρειάζεται και πότε.
Από τότε βάλαμε ένα πρόγραμμα, όσο κρατήσει. Δύο μέρες εγώ, μία ο αδελφός μου, μία η αδελφή μου, και για κάποιες δουλειές πληρώνουμε μια κυρία από τη γειτονιά να περνάει. Με ζόρι, αλλά το κάναμε. Εγώ όμως έχω μείνει με μια πίκρα που δεν φεύγει εύκολα. Όχι μόνο γιατί κουράστηκα. Αλλά γιατί κατάλαβα ότι για μήνες μπέρδευα το να είμαι απαραίτητη με το να με εκτιμάνε. Και όταν πήγα να κάνω πίσω λίγο, ένιωσα λες και χάνομαι από όλους.
Ακόμα δεν ξέρω αν έβαλα όρια αργά ή αν απλώς τα έβαλα άτσαλα. Ξέρω μόνο ότι αν συνεχίσω να κάνω τα πάντα για να μη με πουν σκληρή, στο τέλος θα θυμώνω με όλους και με μένα πιο πολύ.
Εσείς τι θα κάνατε; Κρατάς την «ενότητα» και αντέχεις να σε θεωρούν δεδομένη ή ρισκάρεις να σε πουν εγωίστρια για να βρεις λίγη ηρεμία;