«Δεν είσαι αρκετή για τον γιο μου», μου είπε η πεθερά μου μπροστά σε όλους — κι εκείνο το οικογενειακό τραπέζι διέλυσε τα πάντα

«Και πότε σκέφτεσαι να σοβαρευτείς, Άννα;» Η φωνή της πεθεράς μου έσκισε το κυριακάτικο τραπέζι πριν καν προλάβω να ακουμπήσω το πιρούνι μου. Πάγωσα. Ο Παύλος γύρισε και την κοίταξε, αλλά εκείνη συνέχισε σαν να μην έβλεπε ότι μου έκοβε την ανάσα. «Δεν γίνεται ο γιος μου να σε συντηρεί για πάντα. Και αυτά με το άγχος και τις κρίσεις… όλες περνάμε δύσκολα, δεν τα κάνουμε θέατρο». Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Η κουνιάδα μου, η Μαρία, χαμογέλασε πικρά και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Ε, ναι, κάποια στιγμή πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ στο σπίτι, όχι μόνο να λες ότι δεν είσαι καλά».