«Μου ζήτησε λεφτά για να κρατήσει το ίδιο του το παιδί» – Εκεί κατάλαβα ότι κάτι είχε σπάσει οριστικά στην οικογένειά μας
«Αν θέλετε να κρατάω το παιδί παραπάνω, να το πληρώνετε κιόλας». Αυτό μου είπε ο γαμπρός μου στο τηλέφωνο και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσα. Νόμιζα πως έκανε κάποιο απαίσιο αστείο. Δεν έκανε.
Όλα ξεκίνησαν από κάτι που στην αρχή μου φάνηκε μικρό. Η κόρη μου δουλεύει σε φαρμακείο, με ωράρια που αλλάζουν, και πολλές φορές χρειαζόταν κάποιος να πάρει τη μικρή από τον παιδικό σταθμό. Εγώ βοηθούσα όσο μπορούσα, αλλά δεν γίνεται πάντα. Έχω και τη μάνα μου μεγάλη, με γιατρούς, εξετάσεις, τρεχάματα στα δημόσια νοσοκομεία, και δεν είμαι πια κι εγώ είκοσι χρονών.
Ο γαμπρός μου δουλεύει μεροκάματα, πότε οικοδομή, πότε μετακομίσεις, πότε τίποτα για λίγες μέρες. Δεν λέω, τα πράγματα είναι δύσκολα. Τα ξέρουμε όλοι. Αλλά άρχισε σιγά σιγά να μιλάει λες και το παιδί ήταν υποχρέωση που του φόρτωναν οι άλλοι.
Μια μέρα η κόρη μου μού είπε σιγά: «Μαμά, μη σου φανεί περίεργο αν σου ζητήσει λεφτά». Της λέω «τι λεφτά;». Και μου απαντάει: «Για βενζίνες, για τον χρόνο του, για το μεροκάματο που χάνει όταν κρατάει τη μικρή».
Εγώ θύμωσα αμέσως. Της είπα: «Μιλάμε για την κόρη του, όχι για ξένο παιδί». Και τότε μου λέει κάτι που με πάγωσε: «Το ξέρω. Αλλά αν δεν γίνει όπως θέλει, μου κρατάει μούτρα, εξαφανίζεται, και μετά λέει ότι κανείς δεν τον σέβεται».
Δεν τα ήξερα όλα. Και φταίω κι εγώ εδώ. Έβλεπα πράγματα, αλλά δεν ήθελα να μπω πολύ μέσα. Έλεγα “μην ανακατεύεσαι, ζευγάρι είναι, θα τα βρουν”. Επίσης, να πω την αλήθεια, πολλές φορές για να μην τσακωθούν, έδινα εγώ χρήματα στην κόρη μου και της έλεγα «πες ότι βγήκαν από κάτι άλλο». Δηλαδή άθελά μου το συντηρούσα.
Το μεγάλο μπαμ έγινε πριν από λίγες εβδομάδες. Η μικρή είχε ανεβάσει πυρετό και η κόρη μου έπρεπε να λείψει από τη δουλειά. Η φαρμακοποιός τής είπε ότι άλλη απουσία δύσκολα θα τη δεχτεί. Με πήρε κλαίγοντας. Εγώ εκείνη τη μέρα ήμουν στο Κέντρο Υγείας με τη μάνα μου και δεν μπορούσα να φύγω. Της λέω «πάρε τον άντρα σου, τι θα γίνει;».
Τον πήρε. Και της είπε, μπροστά μου στο ανοιχτό τηλέφωνο: «Αν είναι να χάσω μεροκάματο, κάποιος θα το καλύψει. Δεν γίνεται πάντα εγώ να βγαίνω χαμένος». Εκείνη του λέει: «Μιλάς για το παιδί μας». Και αυτός απαντάει: «Ναι, αλλά δεν θα με θεωρείτε και δεδομένο».
Το βράδυ τον πήρα εγώ. Δεν το συνηθίζω, αλλά δεν κρατήθηκα. Του είπα: «Συγγνώμη, τι ακριβώς εννοείς;». Και μου απάντησε πολύ ψυχρά: «Εννοώ ότι όλοι θεωρείτε αυτονόητο ότι θα τρέχω. Η δική μου δουλειά δεν μετράει; Ο χρόνος μου δεν μετράει; Εσύ αν δεν μπορείς, πλήρωσε μια γυναίκα να το κρατήσει. Γιατί όταν το κρατάω εγώ τζάμπα, τότε είναι όλα καλά;».
Εκεί πάνω στον θυμό μου του είπα: «Επειδή είσαι ο πατέρας της». Και μου λέει: «Πατέρας είμαι, κορόιδο όχι».
Ακούγεται τέρας έτσι όπως το λέω, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν μόνο αυτό. Μετά από μέρες έμαθα από την κόρη μου ότι είχαν μαζευτεί χρέη, κάρτες, δόσεις, ένα καταναλωτικό που εγώ δεν ήξερα, και εκείνος είχε φτάσει να μετράει τα πάντα με ευρώ. Ακόμα και τις ώρες του στο σπίτι. Δεν το δικαιολογώ, αλλά κατάλαβα ότι δεν ξύπνησε μια μέρα και είπε «θα γίνω έτσι». Είχε μπει σε μια λογική ότι όλοι του χρωστάνε.
Μόνο που μαζί με αυτό, είχε αρχίσει και κάτι άλλο. Αν η κόρη μου διαφωνούσε, της έλεγε: «Να πας στη μάνα σου τότε». Αν ζητούσα να δω τη μικρή, έβρισκε τρόπο να το κάνει θέμα. «Πάλι στη γιαγιά;» «Πάλι θα μπλέκεται η μάνα σου;» «Αφού σας βολεύει όλους, να πληρώνετε κιόλας». Δεν ήταν μόνο τα λεφτά. Ήταν ο τρόπος. Σαν να μετρούσε ποιος έχει δύναμη μέσα στο σπίτι.
Και η κόρη μου δεν είναι άμοιρη. Το λέω γιατί κάποιοι θα πουν «γιατί καθόταν;». Καθόταν γιατί κι εκείνη του έκρυβε πράγματα για να μην γίνει χαμός. Είχε ζητήσει μικροδανεικά από μένα, είχε αργήσει να του πει για κάτι έξοδα του παιδιού, είχε αφήσει λογαριασμούς να πάνε πίσω γιατί φοβόταν την αντίδρασή του. Όλα μπερδεύτηκαν. Σπίτι, λεφτά, εγωισμοί, κούραση.
Η τελευταία κουβέντα που τους άλλαξε όλα έγινε στο δικό μου σπίτι. Είχε έρθει η κόρη μου με τη μικρή για δύο μέρες, μετά από καβγά. Ήρθε κι εκείνος το βράδυ να μιλήσουν. Στην αρχή νόμιζα πως θα τα βρουν. Μετά τον άκουσα να λέει: «Αν θέλεις να συνεχίσουμε, θα μπουν κανόνες. Δεν θα είμαι διαθέσιμος όποτε σας βολεύει. Και για κάθε φορά που χάνω δουλειά για το παιδί, θα το υπολογίζουμε».
Η κόρη μου τον κοίταξε και του είπε πολύ ήρεμα, πιο ήρεμα απ’ όσο ήμουν εγώ: «Δηλαδή ζητάς να πληρώνομαι εγώ ή η μάνα μου για να είσαι πατέρας;»
Και εκείνος είπε: «Ζητάω να με σέβεστε».
Τότε του απάντησε: «Ο σεβασμός δεν είναι ταρίφα».
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι είχε τελειώσει μέσα της. Όχι επειδή είχαν οικονομικά προβλήματα. Ούτε επειδή είχαν τσακωθεί. Αλλά επειδή ένιωσε ότι αν το δεχόταν αυτό, μετά όλα θα γίνονταν συναλλαγή. Το παιδί, ο χρόνος, η βοήθεια, η σιωπή της.
Έφυγε χωρίς φωνές. Πήρε λίγα ρούχα, τα πράγματα της μικρής και πήγε προσωρινά σε ένα δυάρι που της παραχώρησε μια θεία μου στο Περιστέρι. Τώρα μιλάει με δικηγόρο για τα διαδικαστικά και προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Εκείνος παίρνει τη μικρή κάποιες ώρες, αλλά ακόμα κάθε κουβέντα γυρίζει στα χρήματα και στο πόσο αδικημένος είναι. Κι εγώ προσπαθώ να βοηθήσω χωρίς να πνίγω την κόρη μου, γιατί καταλαβαίνω πια ότι κι εγώ πολλές φορές έμπαινα πολύ και μετά έκανα πίσω τη λάθος στιγμή.
Δεν χαίρομαι για τίποτα από όλα αυτά. Λυπάμαι και για εκείνον, όσο κι αν ακούγεται περίεργο. Γιατί νομίζω ότι έχει μπερδέψει την αξία του σαν άνθρωπος με το πόσα φέρνει στο σπίτι. Αλλά μέχρι εδώ. Άλλο η δυσκολία κι άλλο να ζητάς αντίτιμο για την ίδια σου την παρουσία δίπλα στο παιδί σου.
Εγώ αυτό που βλέπω είναι μια κόρη που άργησε, αλλά τελικά είπε «ως εδώ». Και ίσως έπρεπε να το είχα δει νωρίτερα κι εγώ.
Εσείς τι λέτε; Υπερβάλαμε που το είδαμε σαν ξεπέρασμα κάθε ορίου ή υπάρχουν περιπτώσεις που τέτοιες κουβέντες για τα χρήματα μέσα στο σπίτι πρέπει να τις βλέπεις πιο ψύχραιμα;