«Δεν τα κατάφερα όπως νόμιζα» — όταν γύρισα σπίτι και κατάλαβα ότι η βοήθεια που έδινα στην οικογένειά μου είχε γίνει η μεγαλύτερη πληγή μας

«Αν δεν μπορείς, πες το καθαρά. Μην μας λες κάθε μέρα “θα το κανονίσω” και στο τέλος τρέχουμε τελευταία στιγμή.» Αυτό μου είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα για να μην ακούσει η μητέρα μου από το σαλόνι, και νομίζω εκεί λύγισα πιο πολύ απ’ ό,τι όταν μου το είπε η γιατρός στο Κέντρο Υγείας ότι η μητέρα μου δεν γίνεται να μένει άλλο τόσες ώρες μόνη της.

Τους τελευταίους οκτώ μήνες προσπαθώ να τα φέρω όλα βόλτα. Δουλεύω σε ένα λογιστικό γραφείο, όχι κάτι σπουδαίο, αλλά με ωράριο που θεωρητικά είναι 9-5 και πρακτικά στις δηλώσεις και στα τέλη του μήνα δεν ξέρεις πότε θα φύγεις. Ο πατέρας μου έχει φύγει χρόνια. Η μητέρα μου μένει μόνη της σε άλλο διαμέρισμα, δέκα λεπτά με το αμάξι από εμάς. Στην αρχή ήταν κάτι μικρά: να ξεχάσει το μάτι ανοιχτό, να μπερδέψει τα χάπια της πίεσης, να με πάρει τρεις φορές να με ρωτήσει τι μέρα είναι γιατί «μπερδεύτηκα λίγο». Εγώ το έβλεπα και δεν το έβλεπα. Έλεγα είναι η ηλικία, είναι η στεναχώρια, είναι που κάθεται μόνη.

Ο άντρας μου από την αρχή έλεγε «να βρούμε μια γυναίκα για λίγες ώρες, να περνάει, να τη βλέπει, να της μαγειρεύει κάτι». Εγώ θύμωνα. Όχι γιατί είχε άδικο, αλλά γιατί το άκουγα σαν αποτυχία. Σαν να μου έλεγε ότι δεν μπορώ να φροντίσω τη μάνα μου. Του έλεγα «εγώ τι είμαι; ξένη;» και το έπαιρνα πάνω μου. Πήγαινα πριν τη δουλειά, πήγαινα στο διάλειμμα, πήγαινα μετά. Άφηνα φαγητά σε τάπερ, της έκλεινα ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, έτρεχα για συνταγές, για εξετάσεις, για ΚΕΠ, για τράπεζα. Και ταυτόχρονα σπίτι, παιδί στο φροντιστήριο, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ, όλα.

Το θέμα είναι ότι δεν τα έκανα και καλά. Αυτό είναι που δεν παραδεχόμουν.

Πριν από δύο εβδομάδες, η μητέρα μου έπεσε στο μπάνιο. Δεν χτύπησε πολύ, δόξα τω Θεώ, αλλά έμεινε κάτω μέχρι να πάει η γειτόνισσα γιατί εγώ είχα βάλει το κινητό στο αθόρυβο μέσα στη δουλειά. Είχε καλέσει έξι φορές. Όταν το είδα και έφτασα, είχε έρθει ήδη το ΕΚΑΒ γιατί η γειτόνισσα πανικοβλήθηκε. Στο νοσοκομείο, η μητέρα μου δεν φώναζε. Αυτό ήταν το χειρότερο. Μόνο με κοίταζε και έλεγε «μην ανησυχείς, παιδί μου, σε κούρασα πάλι».

Εκεί ένιωσα χάλια. Και αντί να πω την αλήθεια, ότι δεν αντέχω άλλο μόνη μου, πείσμωσα περισσότερο. Την πήρα σπίτι μας για «λίγες μέρες». Ο άντρας μου δεν είπε όχι. Μόνο είπε «να το οργανώσουμε σωστά». Εγώ πάλι το άκουσα σαν κριτική.

Οι λίγες μέρες έγιναν δώδεκα. Η μητέρα μου δεν κοιμόταν τα βράδια, σηκωνόταν, άνοιγε ντουλάπια, μια νύχτα πήγε να βγει στην πολυκατοικία με τις παντόφλες. Το παιδί ξυπνούσε για σχολείο και ήταν σαν ζόμπι. Ο άντρας μου πήγαινε δουλειά 6 το πρωί και είχε αρχίσει να κοιμάται στον καναπέ. Κι εγώ στη μέση να λέω σε όλους «λίγο ακόμα, θα βρω λύση». Μόνο που λύση δεν έβρισκα, γιατί απέρριπτα ό,τι δεν ήταν αυτό που είχα εγώ στο κεφάλι μου.

Η αλήθεια είναι ότι είχα βρει γυναίκα μέσω γνωστής, να έρχεται τέσσερις ώρες τη μέρα. Και είχα βρει και ένα κέντρο ημερήσιας φροντίδας στον δήμο να ρωτήσω. Αλλά τα άφησα. Γιατί η μητέρα μου όταν το ανέφερα είπε «δεν θέλω ξένους στο σπίτι μου» και «δεν είμαι για πέταμα». Και εγώ αντί να επιμείνω, το άφησα. Για να μη στεναχωρηθεί. Για να μη νιώσω εγώ τύψεις. Για να συνεχίσω να λέω ότι το έχω.

Δεν το είχα.

Το βράδυ που τσακώθηκα με τον άντρα μου, είχε προηγηθεί κάτι άλλο. Είχα ακούσει τη μητέρα μου να λέει στην αδερφή μου στο τηλέφωνο «η μικρή κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν προλαβαίνει, έχει το σπίτι της». Και η αδερφή μου από την επαρχία έλεγε εύκολα «φέρ’ την σε μια μονάδα να ησυχάσετε όλοι». Εύκολα, γιατί δεν είναι εδώ. Εγώ εκνευρίστηκα και μπήκα στη μέση. Είπα πράγματα που δεν έπρεπε. Ότι όλοι έχουν γνώμη αλλά κανείς δεν βοηθάει. Η μητέρα μου έβαλε τα κλάματα και είπε «τότε πήγαινέ με όπου θες, να μην είμαι βάρος». Το παιδί ήταν στο δωμάτιο και τα άκουγε όλα.

Μετά στην κουζίνα, ο άντρας μου μου είπε αυτό το «αν δεν μπορείς, πες το καθαρά». Και μετά είπε και κάτι που με πόνεσε γιατί ήταν αλήθεια: «Δεν σε κατηγορώ που δεν φτάνεις. Σε κατηγορώ που λες σε όλους ότι θα το κάνεις και μετά καταρρέουμε όλοι μαζί.»

Εκεί του είπα κι εγώ τη δική μου αλήθεια, που δεν την είχα πει ούτε σε μένα. Ότι νιώθω πως αν δεν είμαι εγώ αυτή που θα σηκώσει το βάρος, τότε δεν αξίζω ούτε σαν κόρη ούτε σαν μάνα ούτε σαν σύζυγος. Ότι κάθε φορά που δεν προλαβαίνω, νιώθω αποτυχημένη. Και ίσως γι’ αυτό αρνιόμουν κάθε βοήθεια. Γιατί η βοήθεια, στο μυαλό μου, σήμαινε ότι απέτυχα.

Την επόμενη μέρα μιλήσαμε πιο ήρεμα. Όχι λυμένα όλα, ούτε ωραία. Πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα που είχα βρει και ξεκινάει από Δευτέρα. Επίσης θα ξαναμιλήσω με τον δήμο για το πρόγραμμα βοήθειας στο σπίτι. Η μητέρα μου είναι ακόμα πικραμένη. Κι εγώ μαζί της, ίσως και με τον εαυτό μου πιο πολύ. Ο άντρας μου βοηθάει, αλλά κρατάει απόσταση γιατί κι αυτός κουράστηκε και τον αδίκησα, το ξέρω. Δεν μου είπε ποτέ «άσ’ τη». Μου έλεγε μόνο να μην το παίζω άτρωτη.

Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό αργά ή απλώς έσπασα όταν δεν πήγαινε άλλο. Ξέρω μόνο ότι αγαπάς έναν άνθρωπο και πάλι δεν αρκεί πάντα αυτό για να τον φροντίσεις σωστά. Και καμιά φορά η πρόθεση δεν σώζει την κατάσταση όταν το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι φτάνουν στα όριά τους.

Εσείς τι λέτε; Μετράει περισσότερο ότι προσπαθούσα με όλη μου την καρδιά ή ότι στην πράξη δεν το διαχειρίστηκα καλά και τους κούρασα όλους;