«Δεν γίνεται να λείπεις άλλο»: Όταν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένειά μου, κατάλαβα ότι είχα ήδη χαθεί κάπου στη μέση
«Δεν γίνεται να λείπεις άλλο. Δεν είσαι μόνο νοσηλεύτρια, είσαι και μάνα». Αυτό μου το είπε ο άντρας μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα στην αρχή, και μετά πιο κοφτά, για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά. Κι εγώ αντί να τον ακούσω, του πέταξα το χειρότερο: «Αν δεν δούλευα έτσι όπως δουλεύω, να δω πώς θα έβγαινε το σπίτι με το δάνειο, τα φροντιστήρια και τα φάρμακα της μάνας σου που πάλι εμείς πληρώνουμε». Μόλις το είπα, το μετάνιωσα. Γιατί δεν ήταν αυτό το θέμα. Αλλά κάπου είχα φτάσει κι εγώ στα όριά μου.
Δουλεύω σε δημόσιο νοσοκομείο στην Αθήνα, με βάρδιες που αλλάζουν συνέχεια. Πρωινό, απόγευμα, νύχτα, πάλι από την αρχή. Τους τελευταίους μήνες είχα αρχίσει να παίρνω και έξτρα βάρδιες, γιατί μας έλειπαν λεφτά. Ο άντρας μου δουλεύει κι αυτός, αλλά όχι με σταθερά. Μια έχει δουλειά, μια δεν έχει. Στο σπίτι έχουμε δύο παιδιά, το ένα Γυμνάσιο, το άλλο Δημοτικό, και τον τελευταίο χρόνο μπήκε στη μέση και ο πατέρας μου, που μετά το εγκεφαλικό δεν μπορεί να μείνει μόνος του.
Στην αρχή λέγαμε θα το παλέψουμε. Θα πηγαίνω εγώ το πρωί πριν τη δουλειά να του αφήνω φαγητό, θα περνάει η αδερφή μου το μεσημέρι, θα τον βλέπει και μια κυρία κάποιες ώρες με απόδειξη από γραφείο ευρέσεως. Στην πράξη τίποτα δεν έδενε. Η αδερφή μου έχει κι εκείνη τη δική της οικογένεια, η κυρία ζήτησε περισσότερα λεφτά γιατί ο πατέρας μου είχε αρχίσει να μπερδεύεται, κι εγώ ένιωθα ότι όλοι περίμεναν από μένα να καλύψω τα κενά επειδή «εσύ τα ξέρεις καλύτερα από θέματα υγείας».
Κάπου εκεί άρχισα να κάνω αυτό που κάνω πάντα. Να λέω «άστο, θα το αναλάβω εγώ». Να κλείνω ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, να πηγαίνω για εξετάσεις, να μιλάω με γιατρούς, να τσεκάρω τα φάρμακα, να παίρνω τα παιδιά από δραστηριότητες αν δεν προλάβαινε ο άντρας μου, να αφήνω φαγητό έτοιμο από το βράδυ. Και φυσικά να πηγαίνω και στη δουλειά λες και είμαι ξεκούραστη.
Δεν ήμουν.
Άρχισα να ξεχνάω πράγματα. Μια φορά ξέχασα σχολική ενημέρωση. Άλλη φορά πήγα στον πατέρα μου και βρήκα το ψυγείο σχεδόν άδειο, ενώ ήμουν σίγουρη ότι είχα περάσει σούπερ μάρκετ πριν δύο μέρες. Δεν είχα περάσει. Το είχα μόνο σκεφτεί.
Ο άντρας μου το έβλεπε πιο πριν από μένα. Μου έλεγε, «δεν πας καλά, κοιμάσαι όρθια». Κι εγώ θύμωνα, γιατί το άκουγα σαν κατηγορία. Η αλήθεια είναι ότι κι εκείνος είχε αρχίσει να τραβιέται. Όχι γιατί δεν βοηθούσε. Βοηθούσε. Αλλά ό,τι κι αν έκανε, εγώ έβρισκα λάθος. Αν έδινε στα παιδιά έτοιμο φαγητό απ’ έξω μια φορά, εγώ έλεγα «δεν γίνεται συνέχεια έτσι». Αν πήγαινε στον πατέρα μου αργότερα απ’ όσο ήθελα, έλεγα «δεν καταλαβαίνεις ότι δεν είναι καλά;». Είχα γίνει άνθρωπος που μόνο ζητούσε και γκρίνιαζε.
Το μεγάλο μπαμ έγινε πριν δέκα μέρες. Είχα σχολάσει από νυχτερινή βάρδια και αντί να πάω σπίτι, πήγα κατευθείαν στον πατέρα μου γιατί δεν το σήκωνε. Τον βρήκα πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι. Ευτυχώς δεν είχε χτυπήσει πολύ, αλλά είχε μείνει ώρα κάτω. Μέχρι να έρθει ασθενοφόρο, μέχρι να πάμε εφημερία, μέχρι να τον δει γιατρός, να κάνουμε εισαγωγή, είχα μείνει σχεδόν 30 ώρες άυπνη.
Πήρα τον άντρα μου και του είπα να κρατήσει τα παιδιά γιατί θα αργήσω. Μου είπε «σήμερα έχει η μικρή σχολική γιορτή, το θυμάσαι;». Δεν το θυμόμουν. Αυτό ήταν. Δεν μου φώναξε, αλλά αυτό ήταν χειρότερο. Μου είπε μόνο: «Δεν γίνεται να συνεχίσουμε έτσι. Δεν ξέρω αν θες να το δεις».
Το βράδυ, όταν γύρισα, η μικρή ήταν ξύπνια και μου είπε «δεν πειράζει μαμά, μου έβγαλε βίντεο ο μπαμπάς». Το είπε γλυκά, αλλά εγώ διαλύθηκα. Μετά ο μεγάλος μου είπε κάτι ακόμη πιο απλό: «Μαμά, όποτε είσαι σπίτι είσαι νευρική». Αυτό με πόνεσε περισσότερο απ’ όλα.
Την άλλη μέρα, η προϊσταμένη μου μού πρότεινε να μπω για λίγο σε πιο σταθερό ωράριο, όχι εύκολα, με λιγότερα νυχτερινά, αλλά και λιγότερα χρήματα. Και εκεί μπλόκαρα. Γιατί όλο αυτόν τον καιρό έλεγα ότι το κάνω για την οικογένεια, αλλά ένα κομμάτι μου το έκανε και γιατί στη δουλειά νιώθω ότι με έχουν ανάγκη, ότι αν λείψω θα φανεί. Στο σπίτι, όσο σκληρό κι αν ακούγεται, ένιωθα μόνο απαιτήσεις. Στη δουλειά ένιωθα χρήσιμη. Δεν το είχα παραδεχτεί ούτε στον εαυτό μου.
Όταν το είπα αυτό στον άντρα μου, δεν χάρηκε ούτε θύμωσε. Μου είπε μόνο: «Κι εγώ σε χρειάζομαι, αλλά όχι σαν μηχανή». Μετά μου είπε και κάτι που με πείραξε, αλλά ίσως είχε δίκιο: «Δεν μας άφησες ποτέ να βοηθήσουμε όπως μπορούσαμε, γιατί ήθελες να γίνονται όλα όπως τα ήθελες εσύ».
Έχει βάση. Για τον πατέρα μου, για τα παιδιά, για όλα, ήθελα εγώ να έχω τον έλεγχο. Και τώρα που δεν μπορώ, φοβάμαι ότι αν κάνω πίσω, θα καταρρεύσουν όλα. Από την άλλη, αν δεν κάνω πίσω, νιώθω ότι χάνω το σπίτι μου χωρίς να το καταλαβαίνω.
Ο πατέρας μου τώρα είναι καλύτερα, αλλά δεν μπορεί να μείνει μόνος. Συζητάμε για κέντρο αποκατάστασης πρώτα και μετά ίσως βοήθεια στο σπίτι πιο μόνιμη, αλλά τα λεφτά είναι θέμα και οι τύψεις επίσης. Η αδερφή μου λέει να μοιραστούμε πιο πρακτικά τα πράγματα. Ο άντρας μου θέλει να δεχτώ το πιο σταθερό ωράριο. Εγώ ακόμα κάθομαι και λογαριάζω ένσημα, βάρδιες, δόσεις, και ταυτόχρονα σκέφτομαι τη φάτσα της μικρής στη γιορτή που δεν είδα.
Δεν ξέρω ποια απόφαση είναι η σωστή. Ξέρω μόνο ότι έτσι όπως πήγαινα, δεν ήμουν καλά ούτε για τους άλλους ούτε για μένα. Εσείς πιστεύετε ότι μπορεί κάποιος να αντέξει μια τόσο απαιτητική δουλειά χωρίς να πληρώσει το σπίτι του το τίμημα, ή κάποια στιγμή πρέπει να παραδεχτεί ότι δεν γίνεται να τα προλάβει όλα;