«Δεν κοιμάμαι μαζί σου απόψε» — Η στιγμή που κατάλαβα ότι ο γάμος μου είχε ήδη ραγίσει
«Μην το γυρίζεις τώρα, το είδα», του είπα μέσα στην κουζίνα, με το κινητό του ακόμα στο χέρι μου. «Αν θες να μου πεις ότι είναι “μια φίλη”, πες το, αλλά όχι λες και είμαι χαζή».
Δεν φώναξε. Αυτό με πείραξε πιο πολύ. Πήρε μια ανάσα και είπε μόνο: «Δεν έγινε κάτι όπως το φαντάζεσαι».
Και κάπως έτσι ξεκίνησε όλο αυτό, ή μάλλον έτσι βγήκε στην επιφάνεια.
Είμαστε παντρεμένοι πολλά χρόνια. Έχουμε παιδί στο γυμνάσιο, δάνειο που ακόμα τρέχει, λογαριασμούς που μετριούνται μέχρι το τελευταίο ευρώ, και μια καθημερινότητα που δεν είναι τραγική αλλά είναι αυτή η κλασική εξάντληση. Δουλεύω part-time σε φαρμακείο και εκείνος σε τεχνική εταιρεία. Δεν ήμασταν ποτέ το ζευγάρι με τα μεγάλα λόγια. Πάντα πιο πολύ στα πρακτικά. Ποιος θα πάει το παιδί φροντιστήριο, ποιος θα περάσει από σούπερ μάρκετ, πότε θα πληρωθεί η ΔΕΗ.
Τους τελευταίους μήνες όμως είχε απομακρυνθεί πολύ. Όχι μόνο από μένα. Και από το σπίτι γενικά. Καθόταν με το κινητό στο μπαλκόνι, χαμογελούσε μόνος του, έκλεινε την οθόνη όταν πλησίαζα. Εγώ στην αρχή έλεγα ότι ίσως πιέζεται στη δουλειά. Μετά άρχισα να γίνομαι καχύποπτη, μετά νευρική, μετά απλά θλιμμένη. Δεν το χειρίστηκα καλά.
Άρχισα να πετάω σπόντες.
«Πολύ δουλειά έπεσε τελευταία, ε;»
«Να σου βάλω πιάτο ή μιλάς;»
«Άμα είναι να ζεις με το κινητό, να σου στρώσω εκεί».
Εκείνος θύμωνε.
«Δεν μπορώ να γυρνάω σπίτι και να με περιμένει ανάκριση».
Και είχε και δίκιο κάπου. Γιατί εγώ δεν ρωτούσα κανονικά. Μάζευα πράγματα, τα κατάπινα, και μετά τα έβγαζα όλα μαζί με ειρωνεία. Το ξέρω ότι αυτό κουράζει τον άλλον. Αλλά κι εγώ ένιωθα ότι ζω δίπλα σε άνθρωπο που έχει φύγει χωρίς να έχει φύγει.
Το βράδυ που είδα τα μηνύματα, δεν έψαχνα να κάνω έλεγχο. Ή τουλάχιστον έτσι λέω στον εαυτό μου. Είχε αφήσει το κινητό στον πάγκο και χτυπούσε συνέχεια από μια γυναίκα από τη δουλειά, τη Μαρία. Το όνομα το ήξερα, το είχε αναφέρει δυο-τρεις φορές για ένα έργο που έτρεχαν. Εμφανίστηκε μήνυμα: «Μακάρι να μπορούσα να σε δω τώρα. Μόνο εσύ με ηρεμείς». Πάγωσα.
Άνοιξα και διάβασα παραπάνω. Δεν είδα γυμνές φωτογραφίες, δεν είδα να λένε ότι κοιμήθηκαν μαζί. Είδα όμως πράγματα που με τσάκισαν χειρότερα. Του έλεγε τι γίνεται στο σπίτι της, αυτός της έγραφε «σε καταλαβαίνω πιο πολύ απ’ όλους», εκείνη του έστελνε όταν τσακωνόταν, εκείνος της έγραφε καλημέρα πριν ακόμα μου μιλήσει εμένα. Της είχε πει και για μένα. «Στο σπίτι υπάρχει μόνο ένταση». Αυτό το διάβασα και ένιωσα σαν να με είχε ξεγυμνώσει σε ξένο άνθρωπο.
Όταν τον αντιμετώπισα, μου είπε: «Δεν έχω κάνει σχέση. Απλά μιλάμε».
Του είπα: «Αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Ότι αυτά που έπρεπε να λες σε μένα, τα λες αλλού».
Δεν το αρνήθηκε. Μόνο κάθισε στην καρέκλα και είπε: «Με σένα δεν μπορώ να μιλήσω πια χωρίς να γίνει καβγάς».
Πονάει να το ακούς, αλλά δεν ήταν ψέμα. Είχα κλειστεί πολύ. Εδώ και καιρό δεν ήμουν καλά. Είχα πέσει ψυχολογικά, έκλαιγα εύκολα, δεν είχα όρεξη για τίποτα, ούτε να βγω ούτε να δω κόσμο. Ακόμα και με το παιδί ήμουν απότομη. Η μητέρα μου μου έλεγε να πάω να μιλήσω σε ειδικό και εγώ το ανέβαλλα. Έλεγα «θα περάσει». Δεν πέρασε.
Στο σπίτι έγινε παγωνιά. Μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. Το παιδί το κατάλαβε αμέσως.
«Πάλι τσακωμένοι είστε;» μας είπε μια μέρα.
Και ντράπηκα τόσο πολύ, γιατί δεν μπορούσα ούτε να πω όχι ούτε να πω ναι.
Μετά μπήκαν όλοι στη μέση, όπως γίνεται συνήθως. Η αδερφή μου μου είπε «πέτα τον έξω, τι κάθεσαι;». Η πεθερά μου είπε «οι άντρες καμιά φορά παρασύρονται, μη διαλύσετε το σπίτι για μηνύματα». Ο πατέρας μου δεν είπε πολλά, μόνο «να μη σε βλέπω να λιώνεις». Όλοι είχαν γνώμη. Κανείς δεν ζούσε μέσα στο σπίτι μας.
Εγώ στο μεταξύ είχα γίνει σκιά. Πήγαινα δουλειά, γύριζα, έκανα τα βασικά και μετά ξάπλωνα. Έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και δεν με αναγνώριζα. Και το χειρότερο; Περίμενα από εκείνον να με σώσει από κάτι που είχε συμβάλει να γίνει, αλλά όχι μόνο εκείνος. Κι εγώ είχα αφήσει μήνες τη σιωπή, την πίκρα και την κούραση να κάνουν κουμάντο.
Η κουβέντα που άλλαξε κάτι έγινε ένα βράδυ Κυριακής. Το παιδί είχε πάει στη γιαγιά μου να κοιμηθεί. Εκείνος ήταν στο σαλόνι και χάζευε ειδήσεις σαν να μην τρέχει τίποτα. Και ξαφνικά ένιωσα ότι αν δεν μιλήσω καθαρά εκείνη τη στιγμή, θα συνεχίσουμε έτσι μέχρι να σαπίσουν όλα.
Του είπα: «Άκουσέ με γιατί δεν θα το ξαναπώ έτσι. Δεν θέλω ούτε να σε παρακολουθώ ούτε να ζω σαν θύμα μέσα στο σπίτι μου. Αν πιστεύεις ότι αυτό που έχεις με αυτή τη γυναίκα είναι πιο σημαντικό, να το πεις καθαρά. Αν όμως λες ότι δεν θες να τελειώσουμε, τότε θα πάμε σε σύμβουλο. Όχι αύριο-μεθαύριο, όχι όταν βολεύει. Θα κλείσουμε ραντεβού αυτή την εβδομάδα. Και θα πάμε για να δούμε αν σώζεται αυτό που έχουμε ή αν απλά το τραβάμε από συνήθεια. Εγώ έτσι άλλο δεν μπορώ».
Με κοίταξε πολλή ώρα. Περίμενα να αμυνθεί, να πει πάλι ότι υπερβάλλω. Αντί γι’ αυτό, μου είπε σιγά: «Νόμιζα ότι θα το αφήναμε να ξεφουσκώσει μόνο του».
Του είπα: «Μόνο του δεν ξεφουσκώνει τίποτα. Μόνο σαπίζει».
Μετά είπε κάτι που δεν περίμενα: «Έχω σταματήσει ήδη να της μιλάω όπως πριν. Αλλά δεν στο είπα γιατί ήξερα ότι δεν θα με πιστέψεις».
Και όντως δεν ήξερα αν τον πιστεύω. Ακόμα δεν ξέρω πλήρως. Αλλά για πρώτη φορά δεν στάθηκα εκεί να ζητάω αποδείξεις σαν αστυνομικός. Του είπα μόνο: «Δεν με νοιάζει τι λες τώρα για να ηρεμήσει η κατάσταση. Με νοιάζει τι θα κάνεις».
Την επόμενη μέρα πήρε τηλέφωνο σε ένα κέντρο συμβουλευτικής οικογένειας που του είχα βρει εγώ από το ίντερνετ. Όταν τον άκουσα να κλείνει ραντεβού, δεν ένιωσα ανακούφιση όπως περίμενα. Περισσότερο ένιωσα ότι τώρα δεν υπάρχει δικαιολογία, ούτε για εκείνον ούτε για μένα.
Δεν ξέρω αν ο γάμος μας θα σωθεί. Δεν ξέρω καν αν θέλω να σωθεί όπως ήταν πριν, γιατί και πριν δεν ήμασταν καλά και απλά το βαφτίζαμε «κούραση». Ξέρω όμως ότι δεν θέλω να ξαναμικρύνω τόσο πολύ για να χωρέσω σε μια κατάσταση που με διαλύει.
Ίσως έπρεπε να το είχα αντιμετωπίσει νωρίτερα, ίσως κι εκείνος έπρεπε να είχε βάλει όριο πριν δεθεί αλλού. Τώρα είμαστε εδώ. Και για πρώτη φορά μετά από μήνες, νιώθω ότι δεν σέρνομαι πίσω από τις εξελίξεις αλλά στέκομαι όρθια, έστω και τρέμοντας.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Η συναισθηματική εμπλοκή είναι για σας το ίδιο βαριά με την απιστία;