«Όταν είπα “δεν μπορώ άλλο” στην οικογένειά μου, ένιωσα ότι έχασα το σπίτι μου χωρίς να φύγω ποτέ»
«Αν φύγεις τώρα, να ξέρεις πως μετά μη μας ψάχνεις όταν θα μας χρειαστείς». Αυτό μου είπε ο αδελφός μου μέσα στην κουζίνα της μητέρας μου, με τη θεία δίπλα να κάνει ότι μαζεύει πιάτα και να ακούει τα πάντα. Και το χειρότερο; Δεν έφυγα καν. Απλώς είπα ότι από τον άλλο μήνα δεν μπορώ να δίνω άλλα χρήματα και να πηγαίνω κάθε μέρα από το σπίτι της μητέρας μου σαν να μην έχω δική μου ζωή.
Η μητέρα μου μένει μόνη της σε διαμέρισμα στο Περιστέρι. Μετά από ένα θέμα με την καρδιά της και δυο πτώσεις μέσα σε λίγους μήνες, όλοι καταλάβαμε ότι δεν την παλεύει όπως πριν. Όχι κατάκοιτη, όχι άρρωστη όπως λένε «του θανατά», αλλά δεν είναι πια για να ανεβοκατεβαίνει σκαμπό, να κουβαλάει ψώνια από τη λαϊκή και να ξεχνάει το μάτι ανοιχτό.
Στην αρχή μπήκα μπροστά μόνη μου. «Εγώ είμαι πιο ευέλικτη», έλεγα. Δουλεύω σε γραφείο λογιστή στο Αιγάλεω, δεν παίρνω κανένα τρελό μισθό, αλλά σχολάω νωρίς κάποιες μέρες. Ο αδελφός μου δουλεύει delivery και έλεγε ότι έχει ασταθές πρόγραμμα. Η αδελφή μου έχει δύο παιδιά γυμνάσιο-λύκειο και πεθερικά που μπαινοβγαίνουν με τα δικά τους. Οπότε χωρίς να το πολυσκεφτώ, άρχισα εγώ: γιατροί, συνταγές, φαρμακείο ΕΟΠΥΥ, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, καθαριότητα, μέχρι και στην τράπεζα για να της ρυθμίσω την πάγια της ΔΕΗ.
Στην αρχή όλοι έλεγαν «μπράβο, που την προσέχεις». Αυτό το «μπράβο» είναι πολύ ύπουλο πράγμα. Σου χαϊδεύει λίγο το αυτί και μετά σε δένει. Γιατί κι εγώ, ας λέμε τα πράγματα όπως είναι, το πήρα πάνω μου. Δεν ζήτησα από την αρχή να μοιραστούν ξεκάθαρα οι μέρες και τα έξοδα. Έκανα τη χρήσιμη. Και όταν κάποιος με ρωτούσε αν τα βγάζω πέρα, έλεγα «ναι μωρέ, εντάξει». Δεν ήταν εντάξει.
Μένω στο ενοίκιο με τον άντρα μου και την κόρη μας στη Νίκαια. Το ενοίκιο ανέβηκε πέρσι, το σούπερ μάρκετ έχει ξεφύγει, το παιδί κάνει αγγλικά και φροντιστήριο, και ο άντρας μου είχε μείνει δύο μήνες με λιγότερα μεροκάματα στην οικοδομή. Εγώ όμως δεν είπα τίποτα στο σπίτι μου. Ούτε όταν άρχισα να βάζω από την κάρτα μου τα φάρμακα της μητέρας μου μέχρι να «τα βρούμε». Ούτε όταν πλήρωσα υδραυλικό γιατί έσταζε ο θερμοσίφωνας και η μητέρα μου ντρεπόταν να ζητήσει. Έλεγα μέσα μου «ας περάσει αυτός ο μήνας».
Δεν περνούσε.
Η αλήθεια είναι ότι και η μητέρα μου δεν βοηθούσε. Μπροστά στους άλλους έλεγε «μόνο εσύ με θυμάσαι». Το έλεγε σαν ευχαριστώ, αλλά έκανε τους άλλους να αμύνονται και εμένα να θυμώνω πιο πολύ. Όταν της πρότεινα να πάρουμε έστω μια γυναίκα δυο φορές την εβδομάδα να καθαρίζει και να τη βλέπει λίγο, μου είπε «δεν θέλω ξένους στο σπίτι μου, δεν είμαι ανήμπορη». Όταν είπα μήπως να δούμε για κάποιο κοντινό ισόγειο ή να έρθει σε εμάς για ένα διάστημα, απάντησε «να μη γίνω βάρος». Αλλά βάρος τελικά γινόταν, απλώς άτυπα και όλο πάνω μου.
Το θέμα έσκασε όταν ζήτησα να βρεθούμε όλοι Κυριακή να μιλήσουμε. Εγώ είχα ήδη μιλήσει με μια κυρία από το Κερατσίνι που προσέχει ηλικιωμένους, όχι εσωτερική, λίγες ώρες τη μέρα. Είχα κάνει και έναν πρόχειρο υπολογισμό για τα έξοδα. Περίμενα αντίδραση, αλλά όχι αυτό.
Ο αδελφός μου είπε κατευθείαν: «Δηλαδή θες να ξεφορτωθείς τη μάνα;». Η αδελφή μου είπε πιο ήρεμα: «Δεν είναι όλοι να δίνουν το ίδιο, το ξέρεις. Εσύ έχεις πιο σταθερό μισθό». Εκεί γέλασα, από τα νεύρα. Της είπα: «Σταθερό δεν σημαίνει άνετο». Ο άντρας μου, που συνήθως δεν μπαίνει, είπε: «Παιδιά, δεν λέμε να την αφήσουμε. Να μοιραστεί λίγο η κατάσταση λέμε». Και τότε πετάχτηκε η θεία: «Στη δική μας εποχή δεν βάζαμε ξένους στους γονείς μας».
Εκεί έκανα κι εγώ το λάθος. Αντί να μείνω στο πρακτικό, πέταξα πράγματα μαζεμένα. Είπα ότι τόσους μήνες όλοι βολεύτηκαν. Είπα ότι η αδελφή μου βρίσκει χρόνο για τις πεθερές αλλά όχι για τη μάνα της. Είπα στον αδελφό μου ότι λεφτά για βενζίνες και καφέδες βρίσκει, αλλά για συμμετοχή όχι. Άδικο; Ίσως όχι τελείως. Σωστός τρόπος; Σίγουρα όχι.
Τότε βγήκαν άλλα που δεν ήξερα. Η αδελφή μου είπε ότι εδώ και μήνες βοηθάει κρυφά τον γιο της με ενοίκιο γιατί έμεινε άνεργος και ντρεπόταν να το πει. Ο αδελφός μου είπε ότι χρωστάει σε κάρτα και σε ρύθμιση στην εφορία και ότι αν μου έλεγε την αλήθεια θα τον λέγαμε ανεύθυνο. Και η μητέρα μου, που μέχρι τότε καθόταν και άκουγε, είπε κάτι που με αποτελείωσε: «Νόμιζα πως εσένα δεν σε πείραζε, παιδί μου. Εσύ πάντα τα κατάφερνες».
Αυτό είναι το θέμα μάλλον. Όλοι νόμιζαν κάτι για μένα, κι εγώ τους άφησα να το νομίζουν. Η δυνατή, η βολική, αυτή που “το έχει”. Μόνο που δεν το είχα. Απλώς δεν άντεχα να νιώσω ότι αν δεν τα κάνω εγώ, είμαι κακή κόρη.
Από εκείνη τη μέρα έχει παγώσει το πράγμα. Η αδελφή μου μου μιλάει τυπικά. Ο αδελφός μου καθόλου. Η μητέρα μου με παίρνει και μιλάμε, αλλά έχει εκείνο το «καλά είμαι, μην τρέχεις» που μόνο ενοχές μου φέρνει. Τελικά βάλαμε μια κυρία δύο φορές την εβδομάδα, αλλά με γκρίνια και μούτρα, και ακόμα τα περισσότερα πάλι εγώ τα κάνω. Η διαφορά είναι ότι τώρα λέω πότε μπορώ και πότε δεν μπορώ. Και αυτό στην οικογένειά μου ακούστηκε σαν προδοσία.
Δεν νιώθω ούτε ηρωίδα ούτε θύμα. Έχω θυμό, αλλά έχω και ευθύνη γιατί άργησα πολύ να μιλήσω καθαρά και όταν μίλησα, το έκανα σαν ξέσπασμα. Από την άλλη, αν περιμένεις να καταρρεύσεις για να σε πιστέψουν, κάτι δεν πάει καλά.
Εσείς τι λέτε; Όταν βάζεις όρια σε τέτοια κατάσταση, είναι εγωισμός ή απλώς αυτοσεβασμός;