Όταν το σπίτι γίνεται ξένο: Η δική μου ιστορία
«Πάλι εκεί τα άφησες, Αννούλα; Πώς θα μαγειρέψω;» Ο τόνος της φωνής μου ακούστηκε ίσως πιο σκληρός απ’ όσο ήθελα, αλλά το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Δεύτερη εβδομάδα με την Αννούλα στο διαμέρισμά μας, κι ένιωθα κάθε μέρα να γεμίζω αγανάκτηση – μα δεν ήταν αυτό που ήθελα· ήταν η ξαφνική αλλαγή, τα πάντα στον χώρο μας, στον ρυθμό μας, στον ίδιο μας τον αέρα.
«Συγγνώμη, κυρία Μαρτίνα, αμέσως τα μαζεύω», πρόλαβε και είπε χαμηλόφωνα. Πέταξε βιαστικά τα βιβλία της απ’ το τραπέζι στη βαλίτσα κάτω από το παράθυρο, εκεί που μέχρι πριν δυο βδομάδες καθόμουν να πίνω τον καφέ μου κοιτάζοντας τη γειτονιά.
Ο Πέτρος, απορροφημένος στην εφημερίδα του στον καναπέ, σήκωσε το βλέμμα. «Έλα βρε Μαρτίνα, κι εσύ πολύ αυστηρή είσαι… Μόνο για λίγο θα είναι η Αννούλα εδώ, θα τη βοηθήσουμε να προσαρμοστεί, μετά μπορεί να βρει δικό της χώρο.» Η φωνή του φαινομενικά ήρεμη, αλλά τον ήξερα καλά. Ήξερα πως ένιωθε ενοχές που τόσα χρόνια ζούσε μακριά απ’ το παιδί του, ήξερα πόσο ήθελε να της προσφέρει όλα όσα δεν της έδωσε στο παρελθόν. Ήξερα ότι εγώ ήμουν ο «εμπόδιος» στην επανένωσή τους.
Στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια, η λέξη «ιδιωτικότητα» είχε πια χάσει το νόημά της. Μια κουζίνα δίπλα στο σαλόνι, ένας καναπές που ήταν και κρεβάτι, μια γωνιά που προσπαθούσα να παραμείνει “δική μου”, τώρα γέμιζε με τα βιβλία της Αννούλας, τα πάντα μου φάνηκαν ξαφνικά ξένα. Η μισή μας ντουλάπα τώρα ήταν γεμάτη με τα ρούχα της. Οι ήχοι της μέσα στο σπίτι γίνονταν μόνιμοι, κάθε βήμα της, κάθε ψίθυρος, ένα σκούντημα μέσα στο στήθος μου.
Το βράδυ εκείνο, καθώς οι δυο τους γελούσαν στον καναπέ βλέποντας μια κωμική σειρά, προσπάθησα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα, μόνο και μόνο για να ξεφύγει το μυαλό μου. Μάταια. Αντί για την πλοκή, άκουγα μόνο τις φωνές τους και ένιωθα πως συμμετείχα σε μια σκηνή από τη ζωή κάποιου άλλου. Η ζήλια και η ενοχή κατέκλυσαν το μυαλό μου – ζήλευα που τον έβλεπα τόσο τρυφερό μαζί της, ενοχούμουν για τις δικές μου σκέψεις.
Μετά από κάποιες μέρες, μια ακόμα σύγκρουση ξεσπάει το βράδυ, όταν κατάλαβα πως τα ρούχα μου είχαν μετακινηθεί για να μπει ακόμα ένα κουτί της Αννούλας στη ντουλάπα. «Δεν έχω πουθενά να βάλω τα πράγματά μου, καταλαβαίνετε; Πού να τα βάλω όλα αυτά; Είμαι κι εγώ άνθρωπος, Πέτρο!» Λαχανιασμένη, ακούμπησα στον τοίχο, ένιωθα τα δάκρυα να φουσκώνουν.
Ο Πέτρος τότε στάθηκε όρθιος, βάζοντας ένα τείχος ανάμεσα σ’ εμένα και στην κόρη του. «Προσπαθώ να τα βγάλω πέρα, Μαρτίνα. Σε παρακαλώ, προσπάθησε κι εσύ να κάνεις λίγη υπομονή. Είναι παιδί μου, τι να κάνουμε; Περάσαμε τόσα για να βρισκόμαστε οι τρεις μας σ’ ένα σπίτι, έστω και για λίγο!»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πνιγηρή. Πήγα ως το παράθυρο και κοίταξα κάτω τα σκοτεινά φώτα του δρόμου. Ήταν αυτή η ζωή που είχα διαλέξει; Μια συμβίωση στην οποία δεν υπήρχε πια χώρος για μένα, όχι μόνο κυριολεκτικά, αλλά και ψυχολογικά. Το μικρό μας σπίτι, μέχρι τότε ζεστό και ήσυχο, είχε γίνει πεδίο μάχης για τρία άτομα που ποτέ δεν ανήκαν πραγματικά μαζί.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα με βαριά καρδιά. Η Αννούλα έφτιαχνε καφέ στην κουζίνα. Την κοίταξα για λίγο. Ήταν τόσο νέα, με όνειρα και προσδοκίες, κι εγώ θα έπρεπε να τη νιώθω καλοδεχούμενη, αλλά αντ’ αυτού ένιωθα απειλή. «Καλημέρα», μου είπε νευρικά και βιάστηκε να μπει στο μπάνιο, αφήνοντάς με με τις ενοχές μου.
«Δεν ενοχλώ;» τη ρώτησα ξαφνικά, χωρίς να το σκεφτώ, με μια αγριεμένη φωνή που δεν αναγνώριζα.
«Όχι… εσείς εδώ μένετε, εγώ… συγγνώμη αν στριμώχνεστε επειδή είμαι εδώ», ψέλλισε, κλείνοντας γρήγορα την πόρτα.
Δεν ήθελα να της πω τίποτα πικρό κι όμως από τα χείλη μου έβγαιναν λόγια που πονούσαν κι εμένα την ίδια.
Το βράδυ, μίλησα ξανά με τον Πέτρο. «Δεν μπορώ άλλο έτσι», του είπα. «Συνειδητοποιείς ότι δεν χωράω πουθενά εδώ μέσα; Δεν είμαι ούτε μητέρα της, ούτε φίλη της – κάθομαι στη μέση, ξένη σε όλα!»
Με κοίταξε κουρασμένος, σαν να ήθελε να με καταλάβει αλλά δεν μπορούσε. «Μαρτίνα, τι θέλεις να κάνουμε; Να της πούμε να φύγει; Είναι παιδί μου, δεν μπορώ, δεν σου το ζητώ αυτό. Κάνε λίγο κουράγιο.»
Ένιωσα να σπάζει κάτι μέσα μου. Δεν είχε νόημα να επιμένω. Ο δικός του ρόλος ήταν ξεκάθαρος: πατέρας πάνω απ’ όλα. Εγώ ήμουν απλώς η “δεύτερη”.
Τις επόμενες μέρες οι μεταξύ μας συζητήσεις έγιναν σχεδόν ψυχρές, τυπικές. Με την Αννούλα είχαμε δημιουργήσει έναν αόρατο τοίχο· σχόλια μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, μα ποτέ τίποτα ουσιαστικό. Βράδυ, όταν έμεινα μόνη, άρχισα να μαζεύω σιωπηλά τα πράγματά μου. Όχι από εκδίκηση ή πείσμα, αλλά από ανάγκη να νιώσω ξανά άνθρωπος, να ξαναβρώ λίγο χώρο που να είναι δικός μου μόνο.
Όταν ανακοίνωσα στον Πέτρο ότι φεύγω, με κοίταξε σαστισμένος. «Δε σου ζητά κανείς να φύγεις, Μαρτίνα. Σε παρακαλώ. Πού θα πας; Τι θα κάνεις;»
«Θα βρω για λίγο ένα δωμάτιο, Πέτρο. Δεν αντέχω να νιώθω ξένη στο δικό μου σπίτι. Δεν αντέχω να είμαι πάντα η “τρίτη”. Εσύ κι η Αννούλα έχετε μια σχέση που εγώ απλώς δεν ανήκω. Και δεν θέλω άλλο να ωθώ και τους δυο σε ενοχές και μισόλογα.»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Η Αννούλα, που τα άκουσε όλα, μπήκε στο δωμάτιο να μαζέψει τα βιβλία της μακριά από τα δικά μου πράγματα. Δεν είπαμε τίποτα. Ήξερα πως ούτε εκείνη είχε ζητήσει να βρεθεί ανάμεσά μας, όμως εγώ έπρεπε να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Το βράδυ, όταν πια βρέθηκα στο μικρό επιπλωμένο δωμάτιο στην Κυψέλη, κάθισα στη μοναδική καρέκλα κοιτώντας το παράθυρο. Δεν άκουγα πια τα βήματα της Αννούλας, δεν αισθανόμουν το βλέμμα του Πέτρου να με κρίνει ή να κρύβει ενοχές. Ήμουν εγώ, με τη σιωπή μου. Ήταν λύτρωση ή μοναξιά; Ήταν θάρρος ή άτακτη φυγή;
«Μήπως τελικά πρέπει να ξεκινάμε από την αρχή όταν νιώθουμε ασφυξία, κι ας σημαίνει αυτό πως αφήνουμε πίσω ανθρώπους και συνήθειες; Ή ήταν απλώς δειλία; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;»