«Δεν είναι θέμα χρημάτων», μου είπε η αδερφή μου — αλλά όλα ξέσπασαν γύρω από το σπίτι της μάνας μας

«Αν το θες τόσο πολύ, πάρ’ το όλο δικό σου και τελειώνουμε». Αυτό μου είπε η αδερφή μου μέσα στην κουζίνα της μάνας μας, με τη μάνα μας δίπλα να κλαίει σιωπηλά και να λέει μόνο «μην τσακώνεστε για μένα». Και το χειρότερο είναι ότι δεν μάλωσα καν για να πάρω κάτι όλο δικό μου. Τουλάχιστον έτσι το έχω στο μυαλό μου. Εκείνη μάλλον το βλέπει αλλιώς.

Η ιστορία είναι με το πατρικό στο χωριό, έξω από τη Λάρισα. Ένα παλιό σπίτι, όχι καμία περιουσία τρομερή. Η μάνα μας μένει μισό χρόνο εκεί και μισό στην Αθήνα, γιατί εδώ είμαι εγώ και τη βοηθάω με γιατρούς, εξετάσεις, ΕΦΚΑ, συνταγογράφηση, όλα αυτά τα τρεχάματα. Η αδερφή μου μένει μόνιμα στο χωριό, πιο κοντά στο σπίτι, και τα τελευταία χρόνια έχει πέσει πάνω του περισσότερο πρακτικά: λογαριασμοί, υδραυλικός, καθαριότητες, κάτι μικροεπισκευές.

Για να είμαι δίκαιη, εγώ δεν ήμουν πολύ παρούσα εκεί. Έχω δύο παιδιά, δουλεύω σε σούπερ μάρκετ με βάρδιες, ο άντρας μου είχε μείνει άνεργος ένα διάστημα, είχαμε και νοίκι, δεν μπορούσα να πηγαινοέρχομαι συνέχεια. Κι όμως, μέσα μου το είχα δεδομένο ότι το σπίτι είναι και των δυο μας κάποια στιγμή και ότι θα βρεθεί μια δίκαιη λύση.

Το θέμα άνοιξε γιατί η μάνα μας είπε να κάνουμε μια κουβέντα «όσο είμαι στα καλά μου». Εγώ το βρήκα σωστό. Η αδερφή μου όμως μπήκε στην κουβέντα ήδη φορτισμένη. Μου είπε: «Εύκολο είναι να λες δίκαια λύση από την Αθήνα. Εγώ εδώ τρέχω». Της είπα ότι το ξέρω και ότι δεν το αμφισβητώ, αλλά άλλο η φροντίδα κι άλλο η ιδιοκτησία. Εκεί στράβωσε τελείως.

«Α, μάλιστα», μου λέει. «Όταν πήγαινα τη μάνα για αιματολογικές στο Κέντρο Υγείας και έσπαγαν τα νεύρα μου με το σπίτι να στάζει, τότε ήμουν καλή. Τώρα που μιλάμε για χαρτιά, θυμήθηκες την ισότητα». Δεν το είπε ψύχραιμα. Ούτε εγώ απάντησα σωστά. Της είπα: «Μην το παίζεις μόνη καημένη, κι εγώ εδώ στην Αθήνα τη σηκώνω σε νοσοκομεία και εξετάσεις». Το «μην το παίζεις» ήταν πολύ άσχημο και το κατάλαβα αμέσως, αλλά είχε ήδη φύγει.

Μετά βγήκαν πράγματα που δεν ήξερα. Είχε βάλει δικά της χρήματα για να αλλάξει η σκεπή πριν δύο χρόνια. Όχι τεράστιο ποσό, αλλά για τα δικά της δεδομένα σημαντικό. Δεν μου το είχε πει ποτέ καθαρά. Ή μάλλον, για να μην το παίζω αθώα, το είχε πετάξει μια φορά στο τηλέφωνο κι εγώ είχα πει «θα τα βρούμε», αλλά δεν ξαναρώτησα. Γιατί; Γιατί τότε είχαμε θέμα με τη δόση του δανείου και φοβόμουν μην ανοίξει κουβέντα για χρήματα που δεν είχα.

Όταν το ανέφερε μπροστά στη μάνα μας, ένιωσα πολύ άσχημα αλλά και θυμό μαζί. Γιατί δεν το έφερε σοβαρά από την αρχή; Και εκείνη μου είπε: «Σε ποιον να το πω; Σε σένα που όποτε μιλούσαμε έλεγες