«Δεν αντέχω άλλο να είμαι το στήριγμα όλων»: Όταν το σπίτι της μητέρας μου έγινε δική μου υποχρέωση και εγώ χάθηκα κάπου στη μέση

«Εγώ δεν μπορώ άλλο να τρέχω κάθε μέρα», τους είπα μέσα στην κουζίνα της μητέρας μου, και έγινε χαμός.

Η αδερφή μου πέταξε αμέσως το κλασικό «δηλαδή να την αφήσουμε μόνη της;». Ο αδερφός μου δεν μίλησε στην αρχή, μόνο με κοίταξε σαν να είχα πει κάτι αδιανόητο. Και η μητέρα μου, που καθόταν δίπλα και άκουγε, είπε χαμηλόφωνα «μην τσακώνεστε για μένα», που είναι από αυτές τις φράσεις που τελικά σε κάνουν να νιώθεις ακόμα χειρότερα.

Η αλήθεια είναι ότι εδώ και εννιά μήνες σχεδόν όλο το βάρος έχει πέσει πάνω μου. Μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, όταν η μητέρα μου άρχισε να μην πατάει καλά, να ζαλίζεται, να ξεχνάει τα φάρμακά της και να φοβάται να μείνει βράδυ μόνη, όλοι κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και χωρίς να το πούμε καθαρά, θεωρήθηκε δεδομένο ότι εγώ θα αναλάβω. Γιατί μένω πιο κοντά. Γιατί δουλεύω από το σπίτι κάποιες μέρες. Γιατί «εσύ είσαι πιο ψύχραιμη». Αυτή η φράση με έχει τελειώσει.

Στην αρχή είπα ναι. Να το πω κι αυτό. Δεν με πίεσαν μόνο οι άλλοι. Κι εγώ το πήρα πάνω μου με έναν τρόπο σχεδόν εγωιστικό, σαν να πίστευα ότι αν οργανωθώ σωστά θα τα βγάλω πέρα. Πήγαινα σούπερ μάρκετ, φαρμακείο, γιατρούς στον ΕΟΠΥΥ, εξετάσεις, συνταγές, λογαριασμούς, καθάρισμα, φαγητό, και μετά γύρναγα στο δικό μου σπίτι να συνεχίσω δουλειά στον υπολογιστή μέχρι αργά. Ο άντρας μου στην αρχή με στήριξε πολύ. Μετά άρχισε να λέει «δεν σε βλέπουμε πια καθόλου». Και είχε δίκιο.

Το θέμα είναι ότι όσο περισσότερο έκανα, τόσο περισσότερο θεωρούταν φυσιολογικό. Αν μια μέρα δεν περνούσα από τη μητέρα μου, με έπαιρνε τρεις φορές τηλέφωνο. Αν δεν απαντούσα αμέσως, τηλεφωνούσε στην αδερφή μου ότι κάτι έπαθα. Η αδερφή μου μετά έπαιρνε εμένα με ύφος «γιατί δεν σηκώνεις το τηλέφωνο;». Μιλάμε για κατάσταση που δεν τελείωνε ποτέ.

Και δεν είναι ότι οι άλλοι δεν βοηθούσαν καθόλου. Να είμαι δίκαιη. Ο αδερφός μου πλήρωνε αρκετά πράγματα όταν ζοριζόμασταν, ειδικά με τους γιατρούς και κάτι επιπλέον εξετάσεις που δεν καλύπτονταν. Η αδερφή μου πήγαινε κάποια απογεύματα, αλλά έχει δύο παιδιά και δουλεύει σε κατάστημα με ωράριο που αλλάζει κάθε λίγο. Δεν ήταν ότι κάθονταν. Απλώς η σταθερή ευθύνη ήταν δική μου. Ό,τι και να γινόταν, εγώ ήμουν η πρώτη που έπρεπε να το λύσει.

Το χειρότερο δεν ήταν η κούραση. Ήταν ότι είχα αρχίσει να γίνομαι κακός άνθρωπος μέσα στο ίδιο μου το κεφάλι. Χτυπούσε το τηλέφωνο και εκνευριζόμουν πριν καν δω ποιος είναι. Άκουγα τη μητέρα μου να λέει «αν μπορείς, φέρε μου λίγο ψωμί» και μέσα μου ανέβαινε θυμός, ενώ ήξερα ότι δεν μου ζητούσε κάτι παράλογο. Μετά ένιωθα τύψεις. Μετά ξανά θυμό. Ένας κύκλος.

Πριν από δύο εβδομάδες έγινε αυτό που με έφερε στα όριά μου. Είχα κανονίσει, μετά από μήνες, να πάω ένα διήμερο με τον άντρα μου στο Ναύπλιο. Τίποτα σπουδαίο, ένα φτηνό δωμάτιο βρήκαμε, απλώς να φύγουμε λίγο. Το είχα πει σε όλους από νωρίς. Η αδερφή μου είπε «εντάξει, θα το κανονίσουμε». Ο αδερφός μου είπε «μην ανησυχείς». Μέχρι και η μητέρα μου είπε «να πάτε, παιδάκια μου».

Την προηγούμενη μέρα αρχίζουν τα τηλέφωνα. Η αδερφή μου τελικά δεν μπορούσε γιατί ο μικρός ανέβασε πυρετό. Ο αδερφός μου είχε επαγγελματικό ταξίδι στη Λάρισα που, όπως είπε, δεν γινόταν να ακυρωθεί. Η μητέρα μου άρχισε «δεν πειράζει, μην πάτε, σιγά». Και εκεί κάτι έσπασε μέσα μου.

Είπα «όχι, δεν γίνεται πάλι το ίδιο». Και αντί να πω απλώς ότι δεν μπορώ, τους τα είπα όλα μαζεμένα, άσχημα, με ένταση. Ότι με έχουν κάνει δεδομένη. Ότι όλοι έχουν ζωή εκτός από μένα. Ότι με θυμούνται μόνο όταν υπάρχει πρόβλημα. Ότι κουράστηκα να είμαι η χρήσιμη. Το είπα και αυτό, και μόλις το είπα κατάλαβα πόσο καιρό το κουβαλούσα.

Η αδερφή μου έκλαψε και μου είπε «δηλαδή θεωρείς ότι σε εκμεταλλευόμαστε;». Ο αδερφός μου θύμωσε και είπε «αν το έβλεπες έτσι, γιατί δεν το έλεγες τόσο καιρό;». Κι εκεί είχε ένα δίκιο. Γιατί δεν το έλεγα. Έλεγα «εντάξει, θα το κάνω εγώ», και μετά μάζευα μέσα μου απογοήτευση λες και οι άλλοι έπρεπε να τη μαντέψουν.

Μετά έγινε κάτι που δεν περίμενα. Η μητέρα μου είπε «κι εγώ νιώθω βάρος, αλλά όταν λείπεις φοβάμαι». Και το είπε τόσο απλά, χωρίς δράμα, που για λίγο σταμάτησα. Γιατί εγώ όλο αυτόν τον καιρό είχα θυμώσει πολύ μαζί της, αλλά μάλλον δεν είχα δεχτεί ότι κι εκείνη δεν ζητάει μόνο εξυπηρετήσεις. Ζητάει να μην αισθάνεται ότι έχει μείνει μόνη της.

Από την άλλη όμως, εγώ έχω φτάσει να μην αντέχω. Έχω αρχίσει να ξυπνάω κουρασμένη. Με τον άντρα μου απομακρυνθήκαμε. Στη δουλειά έχω κάνει λάθη. Και το χειρότερο; Κανείς δεν μου είπε «άσ’ το, το αναλαμβάνω εγώ για λίγο». Όλοι μου λένε ότι καταλαβαίνουν. Αλλά πάλι κοιτάνε εμένα για τη λύση.

Τελικά δεν πήγαμε στο Ναύπλιο. Ο άντρας μου δεν μίλησε πολύ, μόνο είπε «δεν γίνεται να συνεχίσεις έτσι». Από τότε υπάρχει μια παγωνιά και με την οικογένειά μου και στο σπίτι μου.

Τώρα συζητάμε για γυναίκα να μένει κάποιες ώρες με τη μητέρα μου, αλλά υπάρχει το οικονομικό και φυσικά οι γνωστές αντιρρήσεις, «ξένος άνθρωπος στο σπίτι», «τι θα λέει η γειτονιά», «και αν δεν ταιριάξει». Τα κλασικά. Κι εγώ είμαι στη μέση και νιώθω απαίσια, γιατί από τη μία θέλω να κάνω πίσω, από την άλλη με τρώει η ενοχή ότι αν δεν κρατήσω εγώ το πράγμα, όλα θα διαλυθούν.

Δεν πιστεύω ότι οι δικοί μου είναι κακοί άνθρωποι. Ούτε η μητέρα μου είναι άδικη επειδή φοβάται. Αλλά νιώθω ότι επειδή άντεξα, όλοι συνήθισαν να αντέχω κι άλλο.

Εσείς τι λέτε; Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να κρατήσει πολλά, σημαίνει ότι πρέπει κιόλας να τα κρατάει για πάντα;