«Δεν αντέχω άλλο έτσι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι» — όταν η φροντίδα έγινε βάρος και μαζί ντροπή που το ένιωθα
«Δεν μπορώ άλλο να ζω έτσι», είπα στον άντρα μου στην κουζίνα, χαμηλόφωνα στην αρχή και μετά πιο δυνατά, γιατί έτσι όπως πήγαινε η κουβέντα δεν κρατιόμουν. «Δεν είμαι κακιά, αλλά δεν αντέχω άλλο».
Η πεθερά μου ήταν στο διπλανό δωμάτιο και μάλλον άκουσε. Μετά από λίγο βγήκε με τις παντόφλες της και είπε: «Αν σας είμαι βάρος, να το πείτε καθαρά». Εκείνη τη στιγμή ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, αλλά είχα και θυμό. Γιατί δεν ήταν κάτι που μου ξέφυγε σε μια άσχετη στιγμή. Ήταν κάτι που το κουβαλούσα μήνες.
Η πεθερά μου μένει μαζί μας από τον Νοέμβριο, μετά το δεύτερο μικρό εγκεφαλικό που έπαθε. Στην αρχή το είδαμε σαν προσωρινό. «Μέχρι να δυναμώσει λίγο», είπε ο άντρας μου. Υπήρχε και το θέμα ότι το διαμέρισμά της είναι στον τρίτο χωρίς ασανσέρ, στο Περιστέρι, και ο γιατρός στο Κέντρο Υγείας είπε ότι δεν είναι να ανεβοκατεβαίνει σκάλες μόνη της. Η αλήθεια είναι ότι ούτε εγώ ήθελα να μείνει μόνη της. Δεν είμαι άνθρωπος που λέει “δεν με νοιάζει”. Αλλά άλλο το «λίγο» και άλλο να έχουν περάσει οκτώ μήνες και να έχει αλλάξει όλη η ζωή του σπιτιού.
Δουλεύω part-time σε φαρμακείο, πρωί ή απόγευμα ανάλογα τη βάρδια. Έχουμε και ένα παιδί στο δημοτικό. Ο άντρας μου είναι οδηγός και λείπει πολλές ώρες. Στην πράξη, τα περισσότερα μέσα στη μέρα πέφτουν πάνω μου. Φάρμακα, φαγητό χωρίς αλάτι, εξετάσεις, ραντεβού στον ΕΟΠΥΥ, να μην ξεχάσει τι πήρε και πότε, να μην γλιστρήσει στο μπάνιο, να απαντάω σε συγγενείς που ρωτάνε «τι κάνει η μαμά;» αλλά κανείς δεν έρχεται να κάτσει δυο ώρες να πάρω μια ανάσα.
Και δεν είναι ότι η πεθερά μου είναι εύκολος άνθρωπος. Ούτε εγώ είμαι, για να τα λέμε όλα. Εκείνη θέλει γνώμη για όλα. Για το τι τρώει το παιδί, αν απλώνω σωστά τα ρούχα, γιατί παίρνω από το σούπερ μάρκετ το τάδε τυρί και όχι το άλλο, γιατί δίνω τόσα για λογαριασμό κινητού. Μπαίνει σε πράγματα που πριν ήταν μόνο δικά μας. Μια μέρα μου είπε: «Στο δικό μου σπίτι αυτά δεν γίνονταν». Της απάντησα: «Ναι, αλλά δεν είμαστε στο δικό σας σπίτι». Το είπα απότομα και το μετάνιωσα, αλλά το είπα.
Ο άντρας μου από την άλλη το έβλεπε αλλιώς. «Είναι μάνα μου, τι να κάνω; Να την πετάξω;» μου είπε μια φορά. Και μόνο που το είπε έτσι, θύμωσα περισσότερο. «Ποιος σου είπε να την πετάξεις; Σου λέω να βοηθήσεις». Μου είπε ότι βοηθάει όσο μπορεί. Και κάπου εκεί έχει κι αυτός δίκιο. Δεν κάθεται. Τρέχει, δουλεύει, πληρώνουμε δάνειο, ρεύμα, φροντιστήριο αγγλικών, και τώρα μπήκαν και φυσικοθεραπείες που δεν καλύπτονται όλες. Αλλά το «τρέχω» δεν είναι το ίδιο με το να είσαι όλη μέρα μέσα στην ένταση.
Το χειρότερο είναι ότι εγώ στην αρχή είπα «άστην πάνω μου». Το είπα γιατί ήθελα να δείξω ότι θα τα καταφέρω. Το είπα και γιατί δεν ήθελα να ακούω από αδερφή του άντρα μου σχόλια του τύπου «εμείς την αγαπάμε τη μάνα μας». Μόνο που η αδερφή του μένει Χαλκίδα, έρχεται μια Κυριακή στις τόσες, φέρνει ένα ταψί γεμιστά και μετά φεύγει με την άνεσή της. Εγώ μένω εδώ με την κατάσταση.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, έκρυψα και κάτι. Εδώ είναι το δικό μου λάθος, μεγάλο. Εδώ και τρεις μήνες είχα αρχίσει να πηγαίνω σε ψυχολόγο σε δημοτική δομή, γιατί ένιωθα ότι θα σκάσω. Δεν το είπα ούτε στον άντρα μου. Ντρεπόμουν και φοβόμουν ότι θα το πάρει σαν κατηγορία προς τη μάνα του. Μια μέρα όμως είδε την υπενθύμιση στο κινητό μου και με ρώτησε. Του το είπα. Και αντί να του το πω ήρεμα, του πέταξα κιόλας: «Αν δεν ζούσα έτσι, δεν θα χρειαζόμουν ψυχολόγο». Αυτό τον πλήγωσε πολύ.
Μετά από εκείνο το βράδυ που μας άκουσε η πεθερά μου, έγινε η δύσκολη κουβέντα που τόσο καιρό αποφεύγαμε. Κάτσαμε στο σαλόνι και για πρώτη φορά μίλησε κι εκείνη κανονικά, όχι με υπονοούμενα. Μας είπε: «Νομίζετε ότι μου αρέσει που σας έχω μέσα στα πόδια μου; Στο σπίτι μου έκλαιγα μόνη μου και δεν σας το είπα. Φοβόμουν να κοιμηθώ μην πάθω τίποτα. Εδώ νιώθω ότι σας διαλύω, εκεί ένιωθα ότι θα πεθάνω και θα με βρουν μετά από μέρες».
Εκεί έπεσα λίγο. Γιατί εγώ είχα μείνει πολύ στο δικό μου βάρος και δεν είχα σκεφτεί πόσο φόβο είχε κι εκείνη. Μετά όμως είπε και κάτι άλλο: «Όταν άκουσα ότι πας σε ψυχολόγο, κατάλαβα ότι για μένα πας». Δεν ήξερα καν ότι το ήξερε. Ο άντρας μου της το είχε πει πάνω στην ένταση, για να της εξηγήσει ότι πιέζομαι. Αυτό με πείραξε πολύ, γιατί ένιωσα εκτεθειμένη.
Η κουβέντα δεν έβγαλε μαγική λύση. Βγήκαν όμως πράγματα. Ότι ο άντρας μου είχε τάξει στη μάνα του, χωρίς να μου το πει καθαρά, πως «όσο χρειαστεί θα μείνει εδώ». Ότι η πεθερά μου έχει λίγα χρήματα στην άκρη αλλά δεν ήθελε να τα αγγίξει «για τα γεράματα», λες και αυτά δεν είναι τα γεράματα. Ότι εγώ είχα αρχίσει να βγάζω θυμό και στο παιδί χωρίς να το καταλαβαίνω. Ότι όλοι περιμέναμε από όλους χωρίς να λέμε ακριβώς τι μπορούμε και τι όχι.
Τελικά συμφωνήσαμε να δούμε λύσεις που πριν τις λέγαμε και τις αφήναμε. Να μπει γυναίκα δυο φορές την εβδομάδα για βοήθεια στο μπάνιο και στο σπίτι, να πληρώνει ένα μέρος η πεθερά μου από τη σύνταξή της, να αναλαμβάνει ο άντρας μου σταθερά τα ραντεβού και τα φάρμακα του Σαββατοκύριακου, και να πάει η αδερφή του να την κρατάει ένα διήμερο τον μήνα. Δεν ξέρω αν θα τηρηθούν όλα, γιατί στα λόγια εύκολα τα βρίσκουμε και μετά η καθημερινότητα τα τρώει.
Από τότε το σπίτι είναι λίγο πιο ήρεμο, αλλά όχι ήρεμο πραγματικά. Υπάρχει ακόμη ένα μούδιασμα. Εγώ νιώθω ενοχές που σε κάποιες στιγμές τη βλέπω σαν βάρος. Μετά την ακούω να βήχει τη νύχτα και σηκώνομαι πρώτη να δω αν είναι καλά. Κι εκεί μπερδεύομαι ακόμα περισσότερο. Ούτε άκαρδη είμαι ούτε ανεξάντλητη.
Δεν ξέρω τελικά πού είναι το σωστό. Ξέρω μόνο ότι όταν η φροντίδα πέφτει συνέχεια στον ίδιο άνθρωπο, ακόμα κι αν υπάρχει αγάπη, κάτι μέσα σου αρχίζει και σπάει. Εσείς τι λέτε; Πού τελειώνει η αντοχή και πού αρχίζει η υποχρέωση απέναντι στους δικούς μας;