«Μου είπαν να αδειάσω το σπίτι που πλήρωνα χρόνια, γιατί “τώρα το χρειάζεται ο γιος τους” — και τότε κατάλαβα τι είχα πραγματικά χάσει»
«Δεν γίνεται να μείνεις άλλο εδώ. Το σπίτι θα δοθεί στον γιο μας.»
Αυτό μου το είπε η πεθερά μου στην κουζίνα, έτσι απλά, ενώ έβαζα καφέ. Ο άντρας μου ήταν στη δουλειά και εγώ έμεινα να την κοιτάω με το φλιτζάνι στο χέρι. Της λέω «ποιον γιο σας; τον άντρα μου λες;». Και μου απαντάει «όχι, τον αδερφό του. Εκείνος το έχει περισσότερη ανάγκη τώρα».
Το σπίτι είναι ένα δυάρι στο Αιγάλεω, παλιό, στον πρώτο όροφο, που το είχαν οι γονείς του άντρα μου κλειστό χρόνια. Όταν παντρευτήκαμε, μας είπαν να μπούμε μέσα «μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας». Εγώ τότε δούλευα σε φούρνο, ο άντρας μου ήταν σε αποθήκη σε εταιρεία με ανταλλακτικά, και πραγματικά μας έσωσε. Δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε ενοίκιο τότε.
Αλλά το θέμα είναι ότι δεν μείναμε έτσι. Τα τελευταία οκτώ χρόνια, εγώ πλήρωνα σχεδόν τα πάντα για το σπίτι. Λογαριασμούς, κοινοχρήστα, βάψιμο, καινούριο θερμοσίφωνα, αλουμίνια στην μπαλκονόπορτα γιατί έμπαζε νερά, μέχρι και τα ντουλάπια στην κουζίνα τα άλλαξα με δόσεις από κάρτα. Δεν τα λέω για να μου πείτε μπράβο. Τα λέω γιατί κάπου μέσα μου είχα πείσει τον εαυτό μου ότι αφού το φροντίζω σαν δικό μου, κάπως είναι δικό μου. Όχι στα χαρτιά, το ξέρω. Στην πράξη όμως, αυτό ένιωθα.
Και δεν ήταν μόνο το σπίτι. Όταν ο πεθερός μου έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό, εγώ έτρεχα πιο πολύ κι από τα παιδιά τους. Νοσοκομείο στο Αττικόν, εξετάσεις, φυσικοθεραπείες, ΚΕΠ για χαρτιά, ΕΦΚΑ, φαρμακείο, ό,τι χρειαζόταν. Η πεθερά μου είναι μεγάλη και δεν μπορούσε εύκολα. Ο άντρας μου δούλευε πολλές ώρες. Ο αδερφός του τότε «έψαχνε να βρει τον εαυτό του», όπως έλεγαν όλοι, και πότε δούλευε, πότε όχι.
Δεν με ανάγκασε κανείς, θα το πω πριν μου το πείτε εσείς. Μόνη μου τα πήρα πάνω μου. Και ίσως εκεί να έκανα το λάθος. Γιατί όσο πιο πολύ έδινα, τόσο πιο δεδομένη γινόμουν.
Όταν της είπα «και εγώ τι θα κάνω;», μου είπε «εσείς είστε νέοι, θα βρείτε κάτι. Ο αδερφός του έχει παιδί». Εκεί τρελάθηκα. Γιατί το «εσείς» στην ουσία ήμουν εγώ. Ο άντρας μου τις τελευταίες εβδομάδες έμενε όλο και πιο συχνά στη μάνα του, δήθεν για να βοηθάει τον πατέρα του που πάλι δεν ήταν καλά. Εγώ ήμουν στο σπίτι μόνη μου και το δεχόμουν, γιατί έλεγα εντάξει, ανάγκη είναι.
Του πήρα τηλέφωνο εκείνη την ώρα και του λέω «η μάνα σου μου λέει να φύγω από το σπίτι». Και αντί να πει «τι είναι αυτά;», μου λέει πολύ χαμηλά «να το συζητήσουμε το βράδυ». Εκεί κατάλαβα ότι το ήξερε.
Το βράδυ έγινε χαμός. Μου είπε ότι οι γονείς του το είχαν αποφασίσει εδώ και μήνες, ότι ο αδερφός του χωρίζει, ότι δεν έχει να δώσει νοίκι, ότι έχει και το παιδί. Μου είπε επίσης κάτι άλλο, που με αποτέλειωσε: «Δεν είναι δικό μας το σπίτι για να κάνεις έτσι».
Του λέω «δεν κάνω για το σπίτι έτσι, κάνω γιατί με βγάζετε σαν να είμαι ξένη». Και εκεί μου πέταξε ότι κι εγώ τους τελευταίους μήνες έχω γίνει «άλλη», ότι δεν βοηθάω όπως παλιά, ότι γκρινιάζω για τα πάντα και ότι από τότε που άρχισα να λέω πως θέλω κάτι στο όνομά μας, μόνο ένταση φέρνω.
Δεν ήταν ψέμα. Είχα αρχίσει να αλλάζω. Μετά τον δεύτερο χρόνο που προσπαθούσαμε για παιδί και δεν ερχόταν, κάτι έσπασε μέσα μου. Έβλεπα ότι περνάνε τα χρόνια, ότι μένουμε σε σπίτι άλλων, ότι ό,τι δίνω πάει σε κάτι που ανά πάσα στιγμή μπορεί να χαθεί. Άρχισα να πιέζω να πάρουμε δάνειο, να νοικιάσουμε αλλού, να κάνουμε έστω ένα χαρτί παραχώρησης. Εκείνος κάθε φορά έλεγε «μην ανοίγεις τέτοια θέματα τώρα με τους γονείς μου».
Και εγώ έκανα κάτι που δεν το ξέρει κανείς εκτός από τη μάνα μου. Είχα κρατήσει στην άκρη λεφτά χωρίς να του το πω. Όχι τρελό ποσό, αλλά αρκετά για μια εγγύηση και δύο ενοίκια. Τα έκρυβα γιατί δεν τον εμπιστευόμουν πια ότι θα βάλει προτεραιότητα εμάς. Το έμαθε εκείνο το βράδυ, γιατί πάνω στον καβγά του το πέταξα. Και τότε έγινε χειρότερα. Μου είπε «άρα τόσον καιρό έκανες σχέδιο πίσω από την πλάτη μου;». Του είπα «όπως έκανες κι εσύ για το σπίτι;».
Από τότε είμαστε σε μια κατάσταση ούτε μαζί ούτε χώρια. Εγώ έφυγα προσωρινά και πήγα στη μάνα μου στο Περιστέρι, με δύο βαλίτσες. Εκείνος λέει ότι δεν με πέταξε κανείς, ότι απλά ζητήθηκε να βρεθεί λύση και εγώ το πήρα εγωιστικά. Η πεθερά μου λέει ότι με αγαπάει και με θεωρεί παιδί της, αλλά «πρέπει να μπει προτεραιότητα το αίμα». Αυτό το τελευταίο δεν μπορώ να το ξεχάσω. Γιατί αν είμαι παιδί τους μόνο όταν βολεύει, τότε τι ήμουν τόσα χρόνια;
Από την άλλη, όσο περνάνε οι μέρες, σκέφτομαι κι εγώ ότι ίσως είχα μπερδέψει τη βοήθεια με κάποια σιωπηλή υπόσχεση που δεν μου έδωσε ποτέ κανείς. Κανείς δεν μου είπε ότι το σπίτι θα γίνει δικό μας. Εγώ το ένιωσα, το πίστεψα, το στόλισα, το υπηρέτησα λες και έτσι θα κατοχυρωθώ μέσα στην οικογένεια. Και μάλλον περίμενα ότι αν δώσω τα πάντα, κάποια στιγμή θα έρθει η σειρά μου να με υπολογίσουν.
Μέχρι τώρα δεν έχει έρθει.
Δεν ξέρω αν πρέπει να γυρίσω και να το παλέψω με όρους ξεκάθαρους πια ή αν αυτό που συνέβη ήταν το χαστούκι που χρειαζόμουν για να σταματήσω να ζω σαν φιλοξενούμενη εκεί που νόμιζα ότι ανήκω. Εσείς τι λέτε; Από ποιο σημείο και μετά η προσφορά δεν είναι αγάπη αλλά αυτοκαταστροφή;