«Δεν αντέχω άλλο μόνη μου» μου ξέφυγε μέσα στο σαλόνι, και από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν έμοιαζε όπως πριν

«Αν είναι να τα κάνω όλα εγώ, πείτε το ξεκάθαρα να ξέρω τι μου γίνεται», το είπα και ακόμα το σκέφτομαι γιατί ακούστηκε πιο σκληρό απ’ όσο το ένιωθα. Ήμασταν στο σπίτι της μητέρας μου, Κυριακή μεσημέρι, και είχαν μαζευτεί ο αδελφός μου, η αδελφή μου κι εγώ για να δούμε «πώς θα οργανωθούμε». Έτσι το είπαν. Μόνο που τελικά όλοι κοίταζαν εμένα.

Η μητέρα μου τους τελευταίους μήνες δεν είναι καλά. Δεν μιλάω για κάτι θεαματικό, μιλάω για αυτό το αργό και κουραστικό που σε διαλύει: εξετάσεις στο ΙΚΑ που μετά γίνονται στον ΕΟΠΥΥ, ραντεβού που κλείνονται και ακυρώνονται, πίεση που ανεβοκατεβαίνει, ζαλάδες, ξεχάσματα, φόβος να μείνει μόνη. Ο πατέρας μου έχει φύγει χρόνια. Η μητέρα μου μένει μόνη σε διαμέρισμα στο Περιστέρι, τέταρτος χωρίς καλή πολυκατοικία να τη στηρίζει, και εγώ είμαι αυτή που μένει πιο κοντά. Οπότε στην πράξη όλα περνάνε από μένα. Φαρμακείο, λαϊκή, γιατροί, λογαριασμοί, χαρτιά, ακόμα και να δω αν πλήρωσε το ρεύμα γιατί τελευταία τα μπερδεύει.

Στην αρχή δεν το έβλεπα έτσι. Έλεγα «εντάξει, μάνα μου είναι». Είχα και μια περίεργη περηφάνια ότι τα καταφέρνω. Δουλεύω part-time σε ένα φροντιστήριο στα Κάτω Πατήσια και κάνω και λίγη γραμματειακή υποστήριξη από το σπίτι για ένα λογιστικό γραφείο. Δεν έχω τρελά λεφτά, αλλά έλεγα πως κάπως θα βγει. Μόνο που δεν έβγαινε.

Ο άντρας μου από την αρχή μου έλεγε: «Δεν γίνεται να τρέχεις κάθε μέρα εκεί. Θα πέσεις». Κι εγώ θύμωνα. «Εσύ έχεις τη μάνα σου στο χωριό και μιλάς από απόσταση. Εγώ τη βλέπω μπροστά μου». Εκείνος δεν ήταν άδικος. Κρατούσε το σπίτι, έπαιρνε τον γιο μας από το φροντιστήριο αγγλικών, έφτιαχνε φαγητό όταν αργούσα. Αλλά άρχισε να μου λέει και κάτι που δεν ήθελα να ακούσω: «Δεν βοηθάς μόνο τη μητέρα σου. Ελέγχεις τα πάντα γιατί δεν εμπιστεύεσαι κανέναν».

Με ενόχλησε γιατί είχε ένα κομμάτι αλήθειας.

Ο αδελφός μου δουλεύει σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο, με βάρδιες που αλλάζουν. Η αδελφή μου έχει δύο μικρά παιδιά και πεθερικά που μπλέκονται σε όλα. Εγώ μέσα μου είχα ήδη αποφασίσει ότι οι άλλοι «δεν μπορούν», άρα πρέπει να τα κάνω εγώ. Δεν τους ζητούσα συγκεκριμένα πράγματα. Περίμενα να καταλάβουν μόνοι τους. Και όταν δεν καταλάβαιναν, μάζευα θυμό.

Εκείνη την Κυριακή, η αδελφή μου είπε: «Να βάλουμε μια γυναίκα δύο ώρες τη μέρα να τη βλέπει». Η μητέρα μου πετάχτηκε: «Δεν θέλω ξένους στο σπίτι μου». Ο αδελφός μου είπε: «Να συνεισφέρουμε όλοι από κάτι». Και τότε εγώ γέλασα νευρικά. «Από κάτι; Ξέρετε πόσα έχω δώσει ήδη;»

Έπεσε σιωπή. Δεν το ήξεραν.

Είχα φτάσει να πληρώνω εγώ από την τσέπη μου κάποια φάρμακα, ταξί όταν δεν την εμπιστευόμουν με το λεωφορείο, έναν υδραυλικό για μια διαρροή που δεν είπα σε κανέναν, ακόμα και κάτι παλιά κοινόχρηστα που είχαν μείνει πίσω. Όχι γιατί μου το ζήτησε κάποιος. Γιατί ντρεπόμουν να πω ότι δεν φτάνω. Και γιατί δεν ήθελα να ακούσω σχόλια του τύπου «η μητέρα έχει σύνταξη, πού πάνε τα λεφτά;».

Τότε η μητέρα μου είπε κάτι που με αποτέλειωσε: «Αν δυσκολεύεσαι τόσο, άσ’ το. Δεν σου ζήτησα να γίνεις η μάνα μου».

Της απάντησα άσχημα. «Όχι, δεν μου το ζήτησες. Απλά το περίμενες». Ο γιος μου ήταν στο διπλανό δωμάτιο και με άκουσε. Αυτό ακόμα το κουβαλάω.

Μετά βγήκα στο μπαλκόνι και έκλαιγα από νεύρα περισσότερο παρά από στενοχώρια. Ο άντρας μου βγήκε πίσω μου και μου είπε χαμηλά: «Πες τους όλη την αλήθεια». Του είπα «ποια αλήθεια;» και μου λέει «ότι δεν κοιμάσαι, ότι ξέχασες να πληρώσεις τη δόση, ότι πήγες στο Κέντρο Υγείας με ταχυπαλμία και δεν το είπες σε κανέναν».

Ναι. Αυτό δεν το ήξερε η οικογένειά μου. Πριν από δύο εβδομάδες είχα πάει μόνη μου, γιατί νόμιζα ότι παθαίνω κάτι. Τελικά ήταν εξάντληση και άγχος. Ο γιατρός μου είπε «πρέπει να κόψετε ρυθμό». Γέλασα τότε, λες και μου είπε ανέκδοτο.

Όταν ξαναμπήκα μέσα και το είπα, δεν άλλαξαν όλα μαγικά. Αλλά άλλαξε λίγο το βλέμμα τους. Η αδελφή μου είπε: «Γιατί δεν μίλησες;» και της απάντησα «γιατί αν μιλούσα, φοβόμουν ότι θα καταρρεύσω». Ο αδελφός μου θύμωσε κι αυτός, αλλά όχι όπως περίμενα. «Μας έβγαλες άχρηστους χωρίς να μας δοκιμάσεις», είπε. Και είχε δίκιο κι αυτό με πείραξε περισσότερο.

Η μητέρα μου δεν έκλαψε, δεν ζήτησε συγγνώμη, δεν είπε μεγάλες κουβέντες. Μόνο είπε: «Δεν θέλω να σας γίνω βάρος». Κι εκεί κατάλαβα ότι όλο αυτό το διάστημα δεν παλεύαμε μόνο με γιατρούς και λογαριασμούς. Παλεύαμε και με τον τρόμο της. Μόνη γυναίκα, μεγάλη πια, στο σπίτι της, να νιώθει ότι σιγά σιγά χάνει τον έλεγχο. Κι εγώ, αντί να το δω, πήγα να το κρατήσω όλο πάνω μου μέχρι να σπάσω.

Τελικά συμφωνήσαμε να γίνουν κάποια πρακτικά πράγματα. Ο αδελφός μου θα πηγαίνει σούπερ μάρκετ δυο φορές την εβδομάδα. Η αδελφή μου θα αναλάβει τα ραντεβού και τις συνταγές. Εγώ θα πηγαίνω λιγότερες μέρες και θα σταματήσω να πληρώνω πράγματα κρυφά. Θα δοκιμάσουμε και μια κυρία από τη γειτονιά για λίγες ώρες, όχι κάθε μέρα. Η μητέρα μου δεν το χάρηκε, αλλά δεν είπε και όχι.

Παρόλα αυτά, εγώ δεν νιώθω ανακούφιση όπως περίμενα. Νιώθω ενοχή όταν δεν πάω. Νιώθω θυμό όταν πάω και πάλι όλα πέφτουν πάνω μου. Νιώθω και μια μικρή ντροπή που άφησα το σπίτι μου, τον άντρα μου και το παιδί μου να πηγαίνουν πίσω, ενώ εγώ το έπαιζα δυνατή. Και ταυτόχρονα, αν δεν το έκανα εγώ, ποιος;

Αυτό είναι που δεν μπορώ να λύσω μέσα μου. Πώς βοηθάς έναν άνθρωπο που αγαπάς χωρίς να χαθείς εσύ; Και γίνεται στ’ αλήθεια να βρεις μια κανονική, ήσυχη ζωή όταν κουβαλάς σχεδόν μόνος σου ένα τέτοιο βάρος; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;