«Μέχρι πότε να κρατιέμαι;» Η στιγμή που έχασα τη σιγουριά μου και δεν ήξερα αν η επιμονή μου ήταν δύναμη ή καταστροφή

«Δεν γίνεται άλλο, Ελένη. Ξύπνα επιτέλους», μου φώναξε η μητέρα μου χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι της κουζίνας. Το ποτήρι με το νερό έτρεμε όσο έτρεμα κι εγώ. «Ξυπνητή είμαι τόσα χρόνια, μάνα», της απάντησα, «απλώς δεν αντέχω να παραδεχτώ ότι μπορεί να τα έδωσα όλα για το τίποτα».

Ήμουν τριάντα οκτώ, με δυο δουλειές, ένα νοίκι που με έπνιγε στην Καλλιθέα και μια ζωή σε μόνιμη αναμονή. Το πρωί σε φαρμακείο, το βράδυ σε λογιστικό γραφείο. Κι ανάμεσα σε όλα, ο Στέφανος. Όχι ένας έρωτας απλός, αλλά ο άνθρωπος που ένιωθα σπίτι μου. Μόνο που το «σπίτι» μας έμενε χρόνια στα λόγια. «Λίγη υπομονή ακόμα», μου έλεγε. «Να ορθοποδήσω, να κλείσουν τα χρέη του μαγαζιού του αδερφού μου, να σταθεί η μάνα μου μετά την εγχείρηση…». Πάντα υπήρχε κάτι. Πάντα εγώ περίμενα.

Ο πατέρας μου ήταν σκληρός άνθρωπος, παιδί της ανάγκης. «Η αγάπη δεν πληρώνει ΔΕΗ», έλεγε. «Θες άντρα ή υπόσχεση;» Και κάθε φορά που το άκουγα, θύμωνα. Γιατί εγώ δεν αγαπούσα μια υπόσχεση. Αγαπούσα τον άνθρωπο που ερχόταν εξαντλημένος έξω από τη δουλειά μου με μια τυρόπιτα στο χέρι και μου ψιθύριζε: «Κάνε λίγο ακόμα κουράγιο». Αυτό το λίγο, όμως, έγινε χρόνια.

Η αδερφή μου, η Μαρία, ήταν η μόνη που μου μιλούσε τρυφερά. «Μήπως δεν κρατιέσαι από εκείνον, αλλά από την ιδέα ότι κάπου ανήκεις;» με ρώτησε ένα βράδυ στο μπαλκόνι. Της θύμωσα. Μετά έκλαψα. Γιατί είχε αγγίξει ακριβώς το σημείο που πονούσα. Δεν φοβόμουν μόνο ότι θα τον χάσω. Φοβόμουν πως, αν σταματούσα να περιμένω, θα έμενα με άδεια χέρια και με τη βεβαιότητα ότι απέτυχα ακόμη και στο μοναδικό πράγμα που πίστεψα ολόψυχα.

Η έκρηξη ήρθε ένα Κυριακάτικο τραπέζι. Η μάνα μου έβαζε πατάτες στον φούρνο, ο πατέρας μου άνοιγε την τηλεόραση και εγώ κοιτούσα το κινητό. Ο Στέφανος είχε πει ότι θα ερχόταν να μιλήσει επιτέλους στους δικούς μου. Δεν ήρθε. Ούτε τηλεφώνησε. Μόνο ένα μήνυμα δύο ώρες μετά: «Έτυχε κάτι με τον αδερφό μου. Συγγνώμη». Ο πατέρας μου γέλασε πικρά. «Να τον χαίρεσαι». Έσπασα. «Δεν ξέρετε τίποτα!» φώναξα. «Ξέρουμε αρκετά», είπε η μάνα μου. «Βλέπουμε το παιδί μας να μαραίνεται».

Εκείνο το βράδυ πήγα στο σπίτι του χωρίς να ειδοποιήσω. Τον βρήκα στο σκοτάδι, καθισμένο στο πάτωμα της κουζίνας. «Δεν μπορώ άλλο να σου ζητάω να περιμένεις», μου είπε χωρίς να με κοιτάξει. «Σε αγαπάω, αλλά όπου κι αν γυρίσω υπάρχει βάρος. Αν σε τραβήξω μαζί μου, θα σε καταστρέψω». Ένιωσα σαν να με έκοψαν στα δύο. Γιατί αυτή ήταν η πιο τρυφερή και η πιο σκληρή αλήθεια που μου είχε πει ποτέ.

«Και τι ζητάς τώρα; Να φύγω;» τον ρώτησα. Σήκωσε τα μάτια του, κόκκινα από την αϋπνία. «Ζητάω να μη χαθείς περιμένοντάς με». Ήθελα να τον αγκαλιάσω και να τον μισήσω ταυτόχρονα. Ήθελα να του πω ότι η αγάπη αντέχει. Ήθελα και να ουρλιάξω πως είχα κουραστεί να είμαι η δυνατή.

Έφυγα λίγο πριν ξημερώσει. Περπάτησα μέχρι τη στάση, με τον αέρα του Φαλήρου να μου παγώνει το πρόσωπο. Για πρώτη φορά δεν ήξερα αν πιο πολύ πονούσε η ιδέα να τον χάσω ή η ιδέα να συνεχίσω να κρατιέμαι από κάτι που ίσως δεν θα γίνει ποτέ ζωή. Από τότε πέρασαν μήνες. Δεν ξέρω αν έκανα πίσω ή αν, επιτέλους, έσωσα τον εαυτό μου. Ξέρω μόνο πως υπάρχουν αγάπες που δεν τελειώνουν επειδή σβήνουν, αλλά επειδή σε λυγίζουν.

Πείτε μου εσείς… πόσο πρέπει να αντέχει κανείς πριν η επιμονή γίνει πληγή; Και πότε το να μην τα παρατάς παύει να είναι αγάπη και γίνεται φυλακή;