«Δεν γίνεται να φύγεις τώρα» μου είπαν — κι εκεί κατάλαβα ότι είχα χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις

«Αν φύγεις κι εσύ, τελειώσαμε». Αυτό μου είπε η μητέρα μου και το είπε τόσο ήρεμα, που με πείραξε περισσότερο απ’ όσο αν φώναζε.

Είχα πάει στο πατρικό ένα απόγευμα μετά τη δουλειά, στο Περιστέρι. Δουλεύω σε γραφείο λογιστή στο Αιγάλεω, γυρίζω κουρασμένη, και τον τελευταίο χρόνο περνάω σχεδόν κάθε μέρα από τους γονείς μου. Ο πατέρας μου έχει αρχίσει και ξεχνάει πράγματα, όχι επίσημη διάγνωση ακόμα γιατί όλο το αναβάλλουμε, αλλά χάνει λογαριασμούς, αφήνει το μάτι ανοιχτό, μπερδεύει τα φάρμακα. Η μητέρα μου έχει τα γόνατά της, ανεβοκατεβαίνει δύσκολα και γκρινιάζει ότι δεν αντέχει άλλο.

Στην αρχή το έβλεπα σαν κάτι προσωρινό. «Μέχρι να στρώσουν λίγο τα πράγματα», έλεγα. Πήγαινα σούπερ μάρκετ, ΚΕΠ, φαρμακείο, πλήρωνα ΔΕΗ και νερό μέσω e-banking γιατί ο πατέρας μου δεν τα πολυκαταλαβαίνει πια, τους πήγαινα και στο ΙΚΑ όταν χρειαζόταν χαρτιά. Μετά άρχισαν τα πιο πολλά. Να κοιτάξω τον ΕΝΦΙΑ, να μιλήσω με τον ιδιοκτήτη για το δικό μου σπίτι γιατί σκεφτόμουν να το αφήσω, να μετακομίσω πάλι στο παιδικό μου δωμάτιο «για λίγο» ώστε να μην πληρώνω νοίκι και να είμαι δίπλα τους.

Το θέμα είναι ότι το «για λίγο» το ξεστόμισα εγώ πρώτη. Αυτό δεν το λέω για να βγάλω την ουρά μου απ’ έξω. Όταν ανέβηκαν τα ενοίκια και ζορίστηκα, το πέταξα ένα βράδυ σαν ιδέα. Η μητέρα μου το κράτησε. Εγώ το είπα πάνω στην πίεση. Εκείνη το άκουσε σαν υπόσχεση.

Τους τελευταίους δύο μήνες είχα αρχίσει να τραβιέμαι. Όχι γιατί σταμάτησα να νοιάζομαι. Γιατί ένιωθα ότι πνίγομαι. Δεν προλάβαινα να κάτσω σπίτι μου, να ησυχάσω, να δω έναν άνθρωπο, να κοιμηθώ χωρίς να σκέφτομαι αν πήρε ο πατέρας μου το χάπι ή αν η μητέρα μου θα με πάρει τηλέφωνο επειδή δεν ανοίγει το κινητό του. Κάθε φορά που αργούσα να απαντήσω, είχα 5 αναπάντητες.

Ο αδελφός μου είναι στη Θεσσαλονίκη με δύο παιδιά και λέει ότι δεν μπορεί να κατεβαίνει συνέχεια, και δεν λέει και ψέματα. Έχει τα δικά του. Αλλά όλο το βάρος είχε πέσει σε μένα επειδή είμαι εδώ. Και επειδή, ας μην κοροϊδευόμαστε, ήμουν και η «βολική». Δεν έβαζα όρια. Έτρεχα.

Εκείνη τη μέρα πήγα αποφασισμένη να τους πω ότι δεν μπορώ να μετακομίσω μαζί τους. Ότι θα συνεχίσω να βοηθάω, αλλά όχι έτσι. Όχι να είμαι σε μόνιμη επιφυλακή. Όχι να θεωρείται δεδομένο ότι η ζωή μου θα μικρύνει για να χωρέσει η δική τους ανάγκη.

Μόλις το είπα, η μητέρα μου πάγωσε. «Δηλαδή;» μου λέει. «Θα μας αφήσεις μόνους;»

Είπα, «δεν σας αφήνω μόνους, απλώς δεν μπορώ να μένω εδώ».

Ο πατέρας μου πετάχτηκε: «Εμείς σε μεγαλώσαμε, τώρα σε πειράζει να βοηθήσεις λίγο;»

Εκεί εκνευρίστηκα και το πήγα λάθος. Αντί να μιλήσω ήρεμα, είπα, «λίγο είναι αυτό; Έχω γίνει υπάλληλος του σπιτιού σας». Μόλις το ξεστόμισα, το μετάνιωσα. Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει.

Μετά βγήκαν κι άλλα. Όχι μόνο για το τώρα. Για πράγματα παλιά. Ότι όταν έμενα μόνη μου πάλι εκείνη μου έδινε τάπερ και με στήριζε. Ότι όταν χώρισα πριν δύο χρόνια, στο πατρικό πήγα και με μάζεψαν. Ότι τώρα που δυσκόλεψαν εκείνοι, εγώ ψάχνω «την ησυχία μου».

Και μετά ήρθε το άλλο, που δεν το ήξερα. Η μητέρα μου μου είπε ότι έχουν αφήσει πίσω δύο δόσεις από ρύθμιση στην εφορία και ένα κοινόχρηστο χρέος της πολυκατοικίας, και δεν μου το έλεγαν για να μη με φορτώσουν. Το έμαθα εκείνη τη στιγμή. Ο πατέρας μου μάλιστα είπε ότι σκέφτηκε να ζητήσει μικρό καταναλωτικό, αλλά δεν τον πήραν λόγω ηλικίας και υποχρεώσεων.

Τότε κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν ήταν μόνο «θέλουμε παρέα και βοήθεια». Περίμεναν πρακτικά και οικονομικά να μπω πιο βαθιά. Ίσως και να το είχαν θεωρήσει λυμένο μέσα τους, επειδή είχα πει εκείνο το «να έρθω για λίγο».

Τους ρώτησα γιατί δεν μου το είπαν νωρίτερα. Η μητέρα μου είπε, «γιατί άμα στα λέγαμε, θα έφευγες». Και αυτό με χτύπησε πολύ άσχημα. Γιατί ένα κομμάτι μου σκέφτηκε ότι μπορεί να έχει δίκιο.

Δεν είμαι αθώα. Εγώ έδινα την εικόνα ότι θα τα αναλάβω όλα. Πλήρωσα κάποιους λογαριασμούς χωρίς να πω ότι δεν μπορώ να το συνεχίσω. Έτρεχα παντού χωρίς να ζητήσω βοήθεια από τον αδελφό μου με πιο καθαρό τρόπο. Έλεγα «εντάξει, θα το δω» για να μην τους στενοχωρήσω, και μετά μάζευα μέσα μου θυμό. Και τώρα ξαφνικά πήγα να τραβήξω χειρόφρενο απότομα.

Αλλά κι αυτοί, αντί να μου πουν καθαρά «δεν βγαίνουμε» και «φοβόμαστε», το γύρισαν στο συναίσθημα. Στο «αν φύγεις, τελειώσαμε». Σαν να μην έχω δικαίωμα να φοβάμαι κι εγώ. Γιατί φοβάμαι. Όχι τη φροντίδα. Το να μπω σε κάτι χωρίς τέλος. Να αφήσω το σπίτι μου, τη ζωή μου, και μετά να μην μπορώ να ξαναβγώ χωρίς να νιώθω τέρας.

Έφυγα από το πατρικό με τύψεις και νεύρα μαζί. Στο τρόλεϊ προς το σπίτι με πήρε η μητέρα μου και μου είπε μόνο, «ό,τι νομίζεις». Αυτό το «ό,τι νομίζεις» στην ελληνική οικογένεια καμιά φορά είναι χειρότερο από καβγά.

Από τότε μιλήσαμε πιο πρακτικά. Έκλεισα ραντεβού σε νευρολόγο για τον πατέρα μου σε δημόσιο νοσοκομείο, κοίταξα με λογιστή τη ρύθμιση, και είπα στον αδελφό μου ότι πρέπει να μπει κι εκείνος πιο συγκεκριμένα, έστω οικονομικά. Αλλά το βασικό δεν έχει λυθεί. Η μητέρα μου επιμένει ότι η σωστή λύση είναι να γυρίσω σπίτι. Εγώ επιμένω ότι αν το κάνω από ενοχή, θα χαλάσω και με αυτούς και με τον εαυτό μου.

Δεν ξέρω αν είμαι σκληρή ή αν απλώς προσπαθώ να σωθώ πριν χαθώ τελείως μέσα στις ανάγκες όλων. Ξέρω μόνο ότι η ηρεμία μου και η αίσθηση ότι ορίζω τη ζωή μου έχουν ήδη κλονιστεί. Εσείς πού θα βάζατε το όριο; Πότε η στήριξη στην οικογένεια σταματά να είναι βοήθεια και γίνεται κάτι που σε καταστρέφει;