«Όταν είπα “δεν μπορώ άλλο”, όλοι με κοίταξαν σαν να πρόδωσα την οικογένεια»

«Δηλαδή τώρα μας λες ότι δεν θα ξαναπηγαίνεις στη μάνα;» αυτό μου είπε ο αδερφός μου στο τηλέφωνο, με εκείνο το ύφος το μισό θυμωμένο, το μισό ειρωνικό, που σε κάνει να νιώθεις μικρός άνθρωπος πριν καν απαντήσεις.

Και του είπα «σου λέω ότι δεν αντέχω άλλο να είμαι εγώ η δεδομένη. Αυτό σου λέω».

Από εκεί ξεκίνησαν όλα, αν και στην πραγματικότητα είχαν ξεκινήσει μήνες πριν.

Η μητέρα μου μένει μόνη της στο Περιστέρι, σε ένα παλιό διαμέρισμα τρίτου ορόφου χωρίς ασανσέρ. Μετά από ένα θέμα με τη μέση της και κάτι ζαλάδες που είχε, άρχισε να φοβάται να κυκλοφορεί μόνη. Όχι ότι έπεσε ποτέ σοβαρά, αλλά αγχώθηκε πολύ. Εγώ μένω Αιγάλεω, σχετικά κοντά, ο αδερφός μου είναι στη Γλυφάδα και η αδερφή μου στο Μενίδι. Από την πρώτη στιγμή, χωρίς να το πολυσυζητήσουμε, κατέληξε ότι εγώ θα πηγαίνω πιο συχνά «μέχρι να συνέλθει».

Στην αρχή δεν είπα όχι. Και πώς να πω; Πήγαινα μετά τη δουλειά, της έπαιρνα φάρμακα από το φαρμακείο, ψώνια από το σούπερ μάρκετ, την πήγα και σε γιατρό στον ΕΟΠΥΥ, της έκανα και κάτι δουλειές στο gov.gr γιατί δεν τα πολυκαταλαβαίνει αυτά. Μετά άρχισα να πηγαίνω και Σάββατο για καθάρισμα, γιατί «η γυναίκα που είχαμε παλιά ζητάει πολλά» και «τι να δίνουμε τώρα λεφτά αφού είσαι εσύ;».

Το «αφού είσαι εσύ» με τελείωσε, αλλά φταίω κι εγώ, γιατί δεν μιλούσα. Έλεγα από μέσα μου, άσε, θα το δουν. Δεν το είδε κανείς.

Ο άντρας μου άρχισε να γκρινιάζει, και όχι άδικα. «Κάθε Κυριακή λείπεις ή είσαι πτώμα. Τα παιδιά σε περιμένουν να κάτσετε λίγο μαζί και εσύ τρέχεις συνέχεια». Του απαντούσα νευριασμένα ότι «αν ήταν η δική σου μάνα, θα ήθελα να σε δω». Μετά τσακωνόμασταν και γι’ αυτό. Τα παιδιά μου το έβλεπαν. Ο γιος μου μια φορά είπε «πάλι στη γιαγιά θα πας;». Μου κακοφάνηκε, αλλά μέσα μου ήξερα ότι είχε δίκιο να το νιώθει έτσι.

Το χειρότερο είναι ότι η μητέρα μου δεν ήταν πάντα τόσο αβοήθητη όσο παρουσίαζε. Αυτό άργησα να το παραδεχτώ. Μια μέρα πήγα πρωί χωρίς να την ειδοποιήσω, γιατί είχα ξεχάσει εκεί κάτι εξετάσεις της. Και τη βρήκα να έχει κατέβει μόνη της μέχρι το περίπτερο και να έχει γυρίσει με ψωμί. Όταν με είδε, τα έχασε λίγο. Μου λέει «ε, σιγά, μέχρι κάτω πήγα». Και τότε εγώ έσκασα.

«Μέχρι κάτω πας μόνη σου, αλλά για τα πάντα παίρνεις εμένα;»

Και μου απαντάει «εσένα έχω πιο κοντά. Στα άλλα τι να λέω, έλα από τη Γλυφάδα και έλα από το Μενίδι; Θα γίνει θέμα».

Της είπα «μα θέμα έχει ήδη γίνει, απλώς το τρώω εγώ».

Έβαλε τα κλάματα και μετά ένιωσα τέρας. Μου είπε ότι δεν θέλει να παρακαλάει, ότι στους άλλους νιώθει πως ενοχλεί, ενώ σε μένα «είσαι πιο δικός μου άνθρωπος». Αυτό κανονικά θα έπρεπε να με μαλακώσει, αλλά εκείνη τη στιγμή το άκουσα σαν παγίδα. Σαν να μου έλεγε ότι επειδή δεν λέω εύκολα όχι, θα πέφτουν όλα πάνω μου.

Μετά έγινε το οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής στο σπίτι της αδερφής μου και εκεί έσκασε. Εγώ είχα πει πριν ότι από τον επόμενο μήνα δεν μπορώ να πηγαίνω τέσσερις και πέντε φορές τη βδομάδα. Είπα να βάλουμε πρόγραμμα, να συμμετέχουν όλοι ή να δώσουμε λίγα χρήματα να έρχεται μια γυναίκα δύο φορές τη βδομάδα. Δεν μίλησε κανείς στην αρχή. Μετά ο αδερφός μου είπε «εγώ με τη δουλειά που έχω δεν μπορώ να τρέχω». Η αδερφή μου είπε «κι εγώ με δύο παιδιά και πεθερικά άρρωστα τι να πρωτοκάνω;». Και κάπου εκεί είπα «ωραία, άρα επειδή εγώ δεν φωνάζω, θα τα κάνω όλα;».

Η μητέρα μου πετάχτηκε και είπε «μην τσακώνεστε για μένα, θα πεθάνω και θα ησυχάσετε». Τα κλασικά. Και εκεί θόλωσα πιο πολύ, γιατί αυτά τα λέει χρόνια όταν στριμώχνεται.

Της είπα «δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις». Και πάγωσαν όλοι.

Η αδερφή μου μετά με πήρε στην κουζίνα και μου είπε χαμηλόφωνα «καλά όλα αυτά, αλλά δεν τα λες έτσι μπροστά της, μεγάλη γυναίκα είναι». Της είπα «όταν αδειάζω εγώ κάθε μέρα, πότε να τα πω;». Και μου πέταξε το άλλο: «Εσύ το πήρες πάνω σου από την αρχή». Εκεί είχε και δίκιο. Γιατί το πήρα. Για να μη γίνει φασαρία, για να νιώθω κι εγώ ότι είμαι η σωστή κόρη, ίσως και για να ακούω το “μόνο εσύ με θυμάσαι”. Δεν είμαι αθώα σε αυτό.

Από τότε έχουν περάσει τρεις βδομάδες και το κλίμα είναι χάλια. Πηγαίνω ακόμα, αλλά πολύ λιγότερο. Έκλεισα μόνη μου μια γυναίκα από τη γειτονιά να περνάει δύο φορές τη βδομάδα για τα βασικά και το είπα μετά, δεν ρώτησα κανέναν. Ο αδερφός μου θύμωσε για τα λεφτά. Η αδερφή μου είπε ότι «το έκανες πραξικόπημα». Η μητέρα μου δύο μέρες δεν μου μιλούσε και μετά με πήρε για να μου πει αν πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ από την ταυτότητα οφειλής που είχε έρθει. Δηλαδή πάλι σε μένα.

Κι όμως, από τη στιγμή που άρχισα να λέω όχι, έγινε κάτι περίεργο. Από τη μία νιώθω ανακούφιση. Από την άλλη, νιώθω ότι όλοι με βλέπουν σαν τη σκληρή της υπόθεσης. Σαν να χάλασα την οικογενειακή ισορροπία, ενώ αυτή η ισορροπία στηριζόταν στο να κουβαλάω εγώ περισσότερα και να μη μιλάω.

Δεν λέω ότι οι άλλοι είναι κακοί άνθρωποι. Ούτε η μητέρα μου είναι. Έχει τους φόβους της, την ηλικία της, την περηφάνια της. Και τα αδέρφια μου έχουν τις δικές τους ζωές και τα δικά τους βάρη. Αλλά έχω κι εγώ σπίτι, δουλειά, παιδιά και νεύρα που έχουν γίνει κορδόνι.

Το πιο δύσκολο για μένα δεν είναι καν οι δουλειές. Είναι ότι όταν βάζεις όριο μέσα στην οικογένεια, δεν το ακούνε σαν όριο. Το ακούνε σαν απόρριψη.

Αλήθεια, εσείς τι θα κάνατε; Θα κρατούσατε την ηρεμία του σπιτιού σας ή θα συνεχίζατε για να μη διαλυθούν οι σχέσεις στην οικογένεια;