«Δεν αντέχω άλλο να μένω εδώ μόνο για να σου θυμίζω ότι υπάρχω» — όταν κατάλαβα πως στο ίδιο μου το σπίτι είχα γίνει βάρος

«Δεν γίνεται άλλο έτσι, δεν είναι ζωή αυτή», άκουσα τον άντρα μου να λέει χαμηλόφωνα στο σαλόνι και πάγωσα. Δεν με είχε δει που είχα σηκωθεί να πιω νερό. Η κόρη μου του είπε ακόμα πιο σιγά: «Μπαμπά, μην το λες έτσι, θα στεναχωρηθεί». Και εκείνος απάντησε: «Και εγώ τι να κάνω; Να κάνω πως δεν βλέπω ότι έχει χαθεί μέσα στο σπίτι;».

Γύρισα πίσω στην κουζίνα πριν μπουν και με δουν. Έβαλα το ποτήρι κάτω και έκανα θόρυβο επίτηδες, για να φανεί ότι μόλις είχα έρθει. Όταν μπήκαν, τους είπα κατευθείαν: «Πείτε το κανονικά, δεν χρειάζεται να ψιθυρίζετε λες και είμαι άρρωστη ή δεν καταλαβαίνω».

Έπεσε εκείνη η αμήχανη σιωπή που τη νιώθεις στο στήθος. Ο άντρας μου κάθισε στην καρέκλα και είπε: «Δεν είπαμε ότι δεν καταλαβαίνεις. Λέμε ότι δεν μιλάς σε κανέναν. Γυρνάς από τη δουλειά, κλείνεσαι, δεν σηκώνεις τηλέφωνα, ούτε στη μάνα σου δεν απαντάς πια. Αν σε ρωτήσουμε τι έχεις, λες “τίποτα”».

Εκεί θύμωσα πιο πολύ, γιατί είχε δίκιο αλλά δεν άντεχα να το ακούσω έτσι. Του είπα: «Α, ωραία. Άρα σας κουράζω. Αυτό είναι; Έγινα βάρος μέσα στο σπίτι μου;». Η κόρη μου έβαλε τα κλάματα και είπε: «Μαμά, κανείς δεν είπε αυτό».

Το θέμα είναι ότι τους τελευταίους μήνες είχα αλλάξει πολύ. Από τότε που έκλεισε το λογιστικό γραφείο όπου δούλευα στην Καλλιθέα, βρήκα μετά από καιρό part-time σε ένα κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στο Περιστέρι. Λιγότερα λεφτά, περίεργο ωράριο, όρθια όλη μέρα, και κάθε τέλος του μήνα άγχος αν θα βγει η ΔΕΗ, το σούπερ μάρκετ, το φροντιστήριο του μικρού. Δεν το διαχειρίστηκα καλά. Ντρεπόμουν που στα πενήντα μου ξαναμετρούσα κέρματα για το περίπτερο.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Είχα κάνει και κάτι που δεν ήξερε κανείς στο σπίτι. Είχα αρχίσει να βοηθάω κρυφά τον αδελφό μου. Του έστειλα δυο-τρεις φορές λεφτά μέσω IRIS γιατί είχε μπλέξει με δόσεις και ενοίκιο. Δεν ήταν τεράστια ποσά, αλλά για εμάς ήταν. Κι όταν ο άντρας μου με ρώταγε γιατί λείπουν λεφτά από τον κοινό λογαριασμό, εγώ έλεγα κάτι μισές αλήθειες, «πήρα πράγματα για το σπίτι», «πλήρωσα κάτι στην κάρτα», τέτοια.

Οπότε όταν μου είπε εκείνο το βράδυ «δεν ξέρω πια αν απομακρύνεσαι ή αν κρύβεις κάτι», δεν ήξερα αν έπρεπε να προσβληθώ ή να ντραπώ.

Του είπα: «Κρύβω ότι έχω κουραστεί. Αυτό κρύβω. Ότι όλη μέρα νιώθω πως όπου κι αν είμαι περισσεύω. Στη δουλειά είμαι η μεγάλη που πρέπει να τρέχει σαν εικοσάχρονη, στο σπίτι είμαι ή η γκρινιάρα ή η σιωπηλή, και στους δικούς μου μόνο όταν χρειάζονται κάτι με θυμούνται».

Η κόρη μου τότε αντέδρασε: «Αυτό είναι άδικο. Εγώ κάθε μέρα σου μιλάω και με διώχνεις. Σου λέω να κάτσουμε να δούμε κάτι μαζί και λες ότι νυστάζεις. Ο μικρός πήγε να σου δείξει τον έλεγχο και του είπες “μετά”. Όλο μετά».

Εκεί με χτύπησε. Γιατί ήταν αλήθεια. Εγώ το είχα μέσα μου σαν άμυνα, ότι αν κλειστώ λίγο δεν θα φανεί πόσο χάλια νιώθω. Αλλά στους άλλους έβγαινε σαν αδιαφορία.

Μετά ο άντρας μου είπε κάτι που με πείραξε τότε, αλλά τώρα το καταλαβαίνω λίγο περισσότερο. Μου είπε: «Δεν φοβάμαι ότι δεν με αγαπάς. Φοβάμαι ότι έχεις αποφασίσει να μη μας χρειάζεσαι. Και δεν ξέρω πώς να μπω όταν κρατάς την πόρτα κλειστή».

Εγώ αντί να το πιάσω, πέταξα την άμυνα πάλι. «Εύκολο είναι να το λες. Εσύ όποτε πιέζεσαι, βγαίνεις για καφέ, πας μια βόλτα, λες δυο κουβέντες. Εγώ αν λυγίσω λίγο, όλοι αγχώνονται να με “διορθώσουν”».

Δεν μίλησε αμέσως. Μετά είπε: «Ξέρεις γιατί αγχώνομαι; Γιατί πριν δυο εβδομάδες πήρα τηλέφωνο στη δουλειά σου επειδή δεν απαντούσες και μου είπαν ότι είχες φύγει νωρίτερα. Και δεν μου είπες ποτέ ότι κάθισες μόνη σου στο ΚΑΤ για εξετάσεις».

Εκεί πραγματικά τα έχασα. Είχα πάει για κάτι εξετάσεις γιατί ο παθολόγος στο Κέντρο Υγείας μού είχε βρει πίεση πολύ ανεβασμένη και μου είπε να το κοιτάξω. Δεν ήταν κάτι τραγικό, δόξα τω Θεώ, αλλά δεν το είπα γιατί δεν ήθελα άλλες κουβέντες στο σπίτι. Και ξαφνικά κατάλαβα ότι όσο εγώ νόμιζα πως προστατεύω τους άλλους ή προστατεύομαι, στην ουσία τους έδινα μόνο λόγους να φοβούνται και να υποψιάζονται.

Τότε είπα και για τα λεφτά στον αδελφό μου. Εκεί έγινε δεύτερος γύρος. Όχι φωνές τρελές, αλλά αυτό το «γιατί δεν μου το είπες;» που πονάει πιο πολύ. Του είπα ότι ήξερα πως θα αντιδρούσε. Εκείνος είπε: «Μπορεί και να αντιδρούσα, αλλά άλλο αυτό και άλλο να το μαθαίνω αφού πρώτα έχω αρχίσει να νομίζω ότι δεν με εμπιστεύεσαι καθόλου».

Από εκείνο το βράδυ δεν λύθηκαν όλα. Να τα λέμε όπως είναι. Δυο μέρες ήμασταν μέσα στην παγωμάρα. Μετά ο μικρός έκανε κάτι αστείο στο τραπέζι, γελάσαμε λίγο, κάπως έσπασε. Ο άντρας μου μου είπε να πάμε μαζί στην τράπεζα να δούμε πώς είμαστε πραγματικά οικονομικά, χωρίς κρυφά και περίπου. Εγώ του είπα να μην κάνει ότι τώρα ξαφνικά θα γίνουμε το ζευγάρι που τα λέει όλα τέλεια, γιατί δεν είμαστε. Μου είπε «δεν ζητάω τέλεια, ζητάω να μην χάνομαι από τη ζωή σου ενώ κάθομαι δίπλα σου».

Αυτό μου έμεινε.

Δεν ξέρω αν η αγάπη αρκεί όταν έχει μαζευτεί τόση σιωπή και τόση απόσταση. Θέλω να πιστεύω πως όχι μόνη της, αλλά χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα. Εσείς τι λέτε; Αν ένας άνθρωπος κλείνεται για καιρό, φτάνει το “σε αγαπάω” για να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη ή είναι ήδη αργά;