Τα παιδιά μου με ανάγκασαν να διαλέξω ανάμεσα στη γυναίκα μου και στο σπίτι στη Χαλκιδική — κι εγώ τους είπα πως αν δεν σταματήσουν, θα αλλάξω τη διαθήκη μου
«Μην ακουμπάς τα ντουλάπια της μαμάς μου.»
Η φωνή της κόρης μου, της Βάσως, έσκισε τη σιωπή μέσα στην κουζίνα του σπιτιού μας στη Χαλκιδική. Η Ελένη πάγωσε με ένα πιάτο στο χέρι. Ο γιος μου, ο Στέλιος, στεκόταν στην πόρτα με τα χέρια σταυρωμένα και εκείνο το βλέμμα που δεν ήταν πια παιδιού αλλά δικαστή. Κι εγώ, στα εξήντα δύο μου, μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, ένιωσα ξένος.
Η Ελένη με κοίταξε μόνο για ένα δευτερόλεπτο. Δεν είπε τίποτα. Αυτό ήταν που με διέλυσε πιο πολύ. Όχι μια φωνή, όχι ένα ξέσπασμα. Μόνο εκείνο το χαμηλωμένο βλέμμα, σαν να έλεγε «πάλι τα ίδια, Γιάννη;».
Παντρεύτηκα την Ελένη πριν από οκτώ μήνες. Δεν ήταν καμία βιαστική τρέλα. Είχα μείνει χήρος επτά χρόνια. Επτά ολόκληρα χρόνια έτρωγα μόνος μου, πήγαινα μόνος στη λαϊκή, άνοιγα το εξοχικό μόνος και το έκλεινα μόνος. Τα παιδιά μου είχαν τις ζωές τους στην Θεσσαλονίκη. Η Βάσω με τα δίδυμα και τον άντρα της, ο Στέλιος με τη δουλειά του και τα δάνειά του. Δεν τους κατηγορώ γι’ αυτό. Έτσι είναι η ζωή. Αλλά η μοναξιά δεν συνηθίζεται εύκολα.
Την Ελένη τη γνώρισα στην Καλαμαριά, σε μια ουρά σε φαρμακείο. Μιλήσαμε σαν άνθρωποι που είχαν κουραστεί να κάνουν ότι είναι δυνατοί. Ήρεμη γυναίκα. Δουλεμένη. Με δικά της βάσανα. Δεν μπήκε στη ζωή μου για να πάρει τίποτα. Μπήκε για να μου κρατήσει το χέρι όταν οι νύχτες μεγάλωναν πολύ.
Τα παιδιά μου όμως δεν το είδαν έτσι. Από την πρώτη στιγμή, χαμόγελα παγωμένα. Κάτι μισόλογα. «Καλά, μπαμπά, τόσο γρήγορα;» είπε η Βάσω. Γρήγορα; Επτά χρόνια μετά; Ο Στέλιος δεν είπε πολλά. Αυτός είναι πιο ύπουλος όταν πονάει. Μόνο με ρώτησε μια μέρα, τάχα αδιάφορα, «το σπίτι στη Χαλκιδική τι σκέφτεσαι να το κάνεις;».
Εκεί κατάλαβα.
Δεν φοβόντουσαν μόνο ότι η Ελένη θα πάρει τη θέση της μάνας τους. Φοβόντουσαν και κάτι άλλο, πιο πεζό, πιο ντροπιαστικό. Μην τυχόν και χαλάσει το σχέδιο που είχαν μέσα τους χρόνια τώρα. Το σπίτι. Το οικόπεδο. «Το δικό μας μέλλον», όπως άκουσα τη Βάσω να λέει μια μέρα στο τηλέφωνο, χωρίς να ξέρει ότι την άκουγα από το μπαλκόνι.
Η ένταση χειροτέρευε κάθε φορά που πηγαίναμε στη Χαλκιδική. Η Ελένη δεν τολμούσε να αλλάξει ούτε κουρτίνα. Αν έβαζε καθαρά σεντόνια, η Βάσω έκανε πρόσωπο. Αν μαγείρευε, ο Στέλιος έλεγε «η μάνα μας το έκανε αλλιώς». Μια Κυριακή, την ώρα του τραπεζιού, η Βάσω άφησε κάτω το πιρούνι και είπε ξερά:
«Να τα λέμε καθαρά. Εμείς δεν θέλουμε ξένους μέσα στο πατρικό μας.»
Η Ελένη σηκώθηκε αμέσως.
«Πάω να μαζέψω τα πιάτα», είπε χαμηλά.
«Κάτσε κάτω, Ελένη», είπα.
Και μετά γύρισα στα παιδιά μου. Τα δικά μου παιδιά. Τα παιδιά που είχα μεγαλώσει με δεύτερες δουλειές, με στερήσεις, με καλοκαίρια που εγώ δούλευα κι εκείνα έκαναν μπάνιο εδώ, στην ίδια αυλή που τώρα χρησιμοποιούσαν σαν όπλο.
«Ακούστε με καλά. Η Ελένη δεν είναι ξένη. Είναι γυναίκα μου. Αν δεν μπορείτε να τη σεβαστείτε, να μην ξανάρθετε.»
Ο Στέλιος γέλασε νευρικά.
«Και θα μας διώξεις από το σπίτι του παππού;»
«Από το δικό μου σπίτι», του απάντησα. «Που το κράτησα όρθιο μόνος μου, με δάνεια και ιδρώτα. Και να σου πω και κάτι ακόμα; Αν συνεχίσετε έτσι, θα αλλάξω τη διαθήκη μου. Και τότε να δούμε πόσο πολύ σας νοιάζει η οικογένεια και πόσο το ακίνητο.»
Σιωπή.
Η Βάσω άσπρισε. Ο Στέλιος πετάχτηκε όρθιος.
«Μας απειλείς για μια γυναίκα που ξέρεις ούτε έναν χρόνο;»
Χτύπησα το χέρι μου στο τραπέζι, τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι.
«Όχι. Σας βάζω όριο για πρώτη φορά. Και άργησα. Γιατί εσείς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας παίρνει κανείς τίποτα. Μόνοι σας χάνετε τον πατέρα σας.»
Η Ελένη είχε μείνει ακίνητη, με τα μάτια βουρκωμένα. Δεν μίλησε. Αυτό με έκανε να συνεχίσω πιο ήρεμα.
«Δεν σας ζήτησε τίποτα. Ούτε κλειδιά, ούτε χαρτιά, ούτε υπογραφές. Μόνο λίγη αξιοπρέπεια. Αν δεν μπορείτε να τη δώσετε, εγώ θα προστατεύσω το σπίτι μου και τη γυναίκα μου όπως πρέπει.»
Έφυγαν και οι δύο τρέμοντας από θυμό. Εκείνο το βράδυ η Βάσω μου έστειλε μήνυμα ότι «διάλεξα πλευρά». Δεν απάντησα. Για τρεις εβδομάδες δεν μιλήσαμε. Ήταν μαρτύριο. Όσο θυμωμένος κι αν ήμουν, είναι τα παιδιά μου. Κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό, πεταγόμουν. Τίποτα.
Μετά πήρε πρώτα ο Στέλιος. Η φωνή του ήταν σπασμένη.
«Μπαμπά… το παρακάναμε.»
Δεν ήξερα τι να πω.
«Δεν είναι εύκολο για μας», συνέχισε. «Νομίζαμε ότι… ότι όλα αλλάζουν και δεν χωράμε. Αλλά δεν έπρεπε να της φερθούμε έτσι.»
Δύο μέρες μετά ήρθε η Βάσω με γλυκά από ζαχαροπλαστείο, λες και αυτό μπορούσε να σβήσει όσα είπε. Κάθισε απέναντι από την Ελένη και έπαιζε νευρικά με το δαχτυλίδι της.
«Συγγνώμη», είπε τελικά. «Δεν σε ξέρω καλά. Και ξέσπασα πάνω σου για πράγματα που δεν έφταιγες.»
Η Ελένη έγνεψε μόνο.
Όχι, δεν έγιναν όλα ξαφνικά ρόδινα. Ακόμα υπάρχει προσοχή στις κουβέντες. Ακόμα καμιά φορά πέφτει μια σιωπή βαριά στο τραπέζι. Αλλά τώρα υπάρχει ένα όριο. Και ένας σεβασμός, έστω εύθραυστος.
Κι εγώ έμαθα κάτι αργά, αλλά το έμαθα. Αν δεν προστατέψεις εσύ τον άνθρωπό σου, κανείς δεν θα το κάνει για σένα.
Πείτε μου ειλικρινά, έκανα σωστά που τους μίλησα τόσο σκληρά; Και μέχρι πού πρέπει να αντέχει ένας γονιός πριν βάλει γραμμή στα ίδια του τα παιδιά;