Έφυγα νύχτα με τα δυο μου παιδιά στην αγκαλιά και τότε κατάλαβα πόσο μόνος μπορεί να σε αφήσει ο φόβος
«Άνοιξε, σε παρακαλώ, άνοιξε τώρα!» φώναζα έξω από την πόρτα της Κατερίνας, με τον μικρό τον Μανώλη αγκαλιά και τη Νεφέλη να κλαίει γοερά δίπλα μου με τις πιτζάμες και τις παντόφλες. Ήταν δύο και κάτι τη νύχτα. Έκανε κρύο, εκείνο το άγριο αθηναϊκό κρύο που μπαίνει στα κόκαλα όταν έχεις πεταχτεί έξω όπως είσαι, χωρίς να καταλάβεις καλά καλά πώς βρέθηκες στο πεζοδρόμιο. Πίσω μου δεν άκουγα βήματα, αλλά άκουγα ακόμα τη φωνή του Στέλιου μέσα στο κεφάλι μου. «Αν φύγεις, να μην ξαναγυρίσεις. Και τα παιδιά θα τα πάρω εγώ.»
Η Κατερίνα άνοιξε με μάτια πρησμένα από τον ύπνο. Μόλις με είδε, πάγωσε.
«Παναγία μου, Ειρήνη… μπες μέσα.»
Δεν ρώτησε πολλά εκείνη τη στιγμή. Μόνο πήρε τη Νεφέλη από το χέρι, τύλιξε τον Μανώλη με μια κουβέρτα και με έβαλε να καθίσω στην κουζίνα. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να κρατήσω το ποτήρι με το νερό.
«Σε χτύπησε πάλι;» μου είπε χαμηλόφωνα.
Δεν της απάντησα αμέσως. Έγνεψα μόνο. Γιατί καμιά φορά, όταν το λες δυνατά, γίνεται πιο αληθινό απ’ όσο αντέχεις.
Ο Στέλιος δεν ήταν πάντα τέρας. Αυτό είναι το χειρότερο να εξηγήσεις στους άλλους. Στην αρχή ήταν ο άνθρωπος που μου έφερνε τυρόπιτα από τον φούρνο κάθε πρωί, που μου έλεγε «μην αγχώνεσαι, εγώ είμαι εδώ». Μετά έχασε τη δουλειά του στην οικοδομή, άρχισε τα νεύρα, οι φωνές, οι υποψίες. Μετρούσε τα ψώνια, έψαχνε το κινητό μου, θύμωνε αν αργούσα δέκα λεπτά από το σούπερ μάρκετ. Και μετά ήρθαν τα σπρωξίματα. Μετά οι συγγνώμες. Μετά οι γροθιές στον τοίχο. Και μια μέρα όχι στον τοίχο.
Έμεινα για τα παιδιά. Αυτή τη φράση τη ντρέπομαι και δεν τη ντρέπομαι. Όποια έχει περάσει κάτι τέτοιο, θα με καταλάβει. Νομίζεις ότι προστατεύεις τα παιδιά κρατώντας το σπίτι όρθιο, ενώ στην πραγματικότητα τα μεγαλώνεις μέσα στον φόβο. Εκείνο το βράδυ ο Μανώλης είχε μπει ανάμεσά μας και είχε ουρλιάξει «μη μαλώνετε». Είναι πέντε χρονών. Πέντε. Και τον είδα να τρέμει ολόκληρος.
Το πρωί, όταν ξύπνησε ο άντρας της Κατερίνας, ο Γιάννης, κατάλαβα ότι η ανάσα μου δεν θα έμενε ήσυχη για πολύ.
Στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας με το φλιτζάνι στο χέρι. Κοίταξε εμένα, τα παιδιά, τις σακούλες στο πάτωμα.
«Τι γίνεται εδώ;»
Η Κατερίνα του εξήγησε όσο πιο μαλακά μπορούσε. Εκείνος δεν φώναξε. Μακάρι να φώναζε. Η ψυχρή φωνή πονάει αλλιώς.
«Καταλαβαίνω, αλλά δεν γίνεται να μείνουν εδώ.»
«Γιάννη, πού να πάει;» είπε η Κατερίνα.
«Δεν λέω να μην τη βοηθήσουμε. Αλλά έχεις σκεφτεί τι άνθρωπος είναι αυτός; Αν έρθει εδώ; Αν κάνει σκηνή; Έχουμε κι εμείς παιδί στο σπίτι.»
Ένιωσα να μικραίνω πάνω στην καρέκλα. Ήθελα να ανοίξει το πάτωμα να με καταπιεί.
«Δεν θέλω να σας μπλέξω…» ψιθύρισα.
«Δεν είναι θέμα μπλεξίματος μόνο, Ειρήνη,» μου είπε, και για μια στιγμή έδειξε σχεδόν ένοχος. «Είναι θέμα ασφάλειας. Και σταθερότητας. Δεν μπορώ να βάλω την οικογένειά μου σε τέτοιο κίνδυνο.»
Η Κατερίνα άρχισε να κλαίει από τα νεύρα.
«Δηλαδή να την πετάξουμε έξω; Αυτό λες;»
«Λέω να βρούμε λύση σήμερα. Σήμερα.»
Εκείνη η λέξη με χτύπησε στο στομάχι. Σήμερα. Λες και είχα περιθώριο για αύριο.
Μέχρι το μεσημέρι, ο Στέλιος είχε πάρει δώδεκα φορές. Δεν απάντησα. Έστειλε μήνυμα: «Ξέρω πού είσαι. Μην το τραβάς.» Τα πόδια μου κόπηκαν. Ο Γιάννης το είδε στο πρόσωπό μου πριν καν του δείξω το κινητό.
«Να πάτε στην αστυνομία. Τώρα,» είπε.
Η Κατερίνα βρήκε τον αριθμό μιας γυναικείας οργάνωσης. Μίλησε πρώτη εκείνη, γιατί εγώ έτρεμα και δεν έβγαινε η φωνή μου. Μας καθοδήγησαν με απίστευτη ηρεμία. Πήγαμε πρώτα να καταγράψω το περιστατικό και μετά με παρέπεμψαν σε ξενώνα φιλοξενίας για γυναίκες και παιδιά.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη νύχτα εκεί. Καθαρό σεντόνι. Κλειδωμένη πόρτα. Μια κοινωνική λειτουργός, η Δήμητρα, να μου λέει: «Εδώ είστε ασφαλείς». Και εγώ να μην μπορώ να το πιστέψω. Η Νεφέλη αποκοιμήθηκε κρατώντας το μανίκι μου. Ο Μανώλης ξύπνησε δυο φορές και ρώτησε αν ο μπαμπάς ξέρει πού είμαστε. Τι να του πω;
Τις επόμενες μέρες άρχισα, σαν μηχανή στην αρχή, τις διαδικασίες. Με τη βοήθεια δικηγόρου της οργάνωσης, κατέθεσα αίτηση για διαζύγιο. Πήγα στην εισαγγελία και ζήτησα προστατευτική εντολή. Μόνο που όταν το λες έτσι ακούγεται απλό. Δεν είναι. Είναι να κάθεσαι απέναντι από αγνώστους και να λες τις πιο ταπεινές λεπτομέρειες της ζωής σου. Να περιγράφεις πού σε έπιασε, τι είπε μπροστά στα παιδιά, πόσες φορές συγχώρεσες. Είναι σαν να ξεγυμνώνεσαι για να αποδείξεις ότι πονούσες.
Κι όμως, κάθε υπογραφή ήταν και μια ανάσα. Κάθε χαρτί, ένα μικρό «ως εδώ».
Η Κατερίνα ερχόταν και μας έβλεπε όταν μπορούσε. Μια μέρα μου είπε κλαίγοντας: «Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να σε κρατήσω σπίτι.» Της έπιασα το χέρι.
«Με βοήθησες να σωθώ. Αυτό μετράει.»
Για τον Γιάννη κράτησα θυμό και δεν το κρύβω. Αλλά μέσα μου ξέρω ότι φοβήθηκε. Κι ο φόβος κάνει τους ανθρώπους σκληρούς, καμιά φορά άδικους. Εγώ άλλωστε έζησα χρόνια δίπλα του.
Σήμερα ακόμα δεν είμαι καλά κάθε μέρα. Έχω νύχτες που πετάγομαι με έναν θόρυβο. Έχω μέρες που κοιτάζω το κινητό και παγώνω. Αλλά τα παιδιά γελάνε πιο εύκολα. Η Νεφέλη δεν κρύβεται πια όταν ακούει αντρική φωνή στον διάδρομο. Ο Μανώλης ζωγράφισε πρόσφατα ένα σπίτι με ήλιο και μου είπε: «Εδώ δεν φωνάζει κανείς.» Κι εγώ πήγα στο μπάνιο και έκλαψα σιωπηλά, από ανακούφιση και ενοχή μαζί.
Έφυγα αργά, ναι. Αλλά έφυγα. Και τώρα παλεύω να μάθω στα παιδιά μου ότι η αγάπη δεν πονάει και ότι ο φόβος δεν είναι οικογένεια.
Πείτε μου ειλικρινά, εσείς τι θα κάνατε στη θέση της Κατερίνας και του Γιάννη;
Και πόσες γυναίκες ακόμα περιμένουν ένα ασφαλές «έλα, μπες μέσα» για να σωθούν;