«Μου χρωστάς μόνο 8 ευρώ» — Η μέρα που σταμάτησα να είμαι ο “καλός” του γραφείου

«Ρε Στέλιο, κέρνα με σήμερα και στο δίνω το απόγευμα, στο υπόσχομαι».
Το είπε τόσο φυσικά, τόσο άνετα, που ούτε δεύτερη σκέψη δεν έκανα. Ήμασταν στο μικρό μαγειρείο δίπλα στο γραφείο, από αυτά τα κλασικά που κρατούν ακόμα τη μυρωδιά του λαδερού και του ψημένου ψωμιού. Εγώ είχα πάρει φασολάκια, εκείνος μπιφτέκια. «Οκ, Μάριε», του είπα. «Οχτώ ευρώ είναι, δεν έγινε κάτι».

Κι όμως, έγινε.

Το απόγευμα πέρασε. «Ξέχασα το πορτοφόλι στο αμάξι», μου είπε. Την επόμενη μέρα, «δεν έχω ψιλά, αύριο σίγουρα». Μετά ήρθε το γνωστό ελληνικό ρεπερτόριο: «τρέχω με λογαριασμούς», «περιμένω να μπουν λεφτά», «μην αγχώνεσαι για τόσο μικρό ποσό». Αυτό το τελευταίο με έκαιγε περισσότερο απ’ όλα. Αν ήταν τόσο μικρό ποσό, γιατί δεν μου το έδινε;

Στην αρχή ντρεπόμουν να το ζητάω. Στο γραφείο όλοι προσπαθούμε να κρατάμε ισορροπίες. Καφές, πίεση, deadlines, μισθοί που δεν φτάνουν ούτε μέχρι τις 20 του μήνα… ποιος θέλει να γίνει «ο δύσκολος» για οχτώ ευρώ; Όμως εγώ δεν είχα θυμώσει για τα λεφτά. Είχα θυμώσει με την κοροϊδία.

Μια μέρα, στην κουζίνα της εταιρείας, άκουσα τη Βάσω να λέει χαμηλόφωνα στη Ντίνα: «Κι εμένα μου χρωστάει πέντε από καφέδες». Πάγωσα. «Ποιος;» ρώτησα, αν και μέσα μου ήξερα ήδη. Η Βάσω με κοίταξε περίεργα. «Ο Μάριος. Μην μου πεις ότι σου χρωστάει κι εσένα». Τότε άνοιξε η πόρτα. Ο Θανάσης γέλασε πικρά: «Εμένα δώδεκα. Από σουβλάκια». Μέσα σε δέκα λεπτά έμαθα ότι δεν ήμουν ο μόνος. Ο Μάριος είχε στήσει ολόκληρη τακτική: μικρά ποσά, πολλά άτομα, χαμόγελο, άνεση, υποσχέσεις. Πόνταρε στο ότι κανείς δεν θα ξεφτιλιζόταν για λίγα ευρώ.

Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Στο σπίτι, η γυναίκα μου, η Κατερίνα, με είδε φορτισμένο. «Δεν είναι τα οχτώ ευρώ, έτσι;» μου είπε. «Όχι», της απάντησα. «Είναι που με πέρασε για κορόιδο». Με κοίταξε όπως μόνο εκείνη ξέρει. «Τότε σταμάτα να φέρεσαι σαν να πρέπει πάντα να είσαι ο καλός για όλους».

Την επόμενη μέρα, στην ώρα του μεσημεριανού, περίμενα. Ο Μάριος καθόταν με τον δίσκο του και χαμογελούσε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πήγα μπροστά του και είπα καθαρά, χωρίς να φωνάξω: «Μάριε, πριν φας σήμερα, δώσε μου τα οχτώ ευρώ που μου χρωστάς εδώ και τρεις εβδομάδες». Έπεσε σιωπή. Εκείνος γέλασε νευρικά. «Έλα τώρα, για οχτώ ευρώ κάνεις έτσι;»

Τότε ήταν που γύρισα και είπα δυνατά: «Να τα δώσει και στη Βάσω, και στον Θανάση, και σε όποιον άλλον χρωστάει. Γιατί το κάνεις συνέχεια». Το πρόσωπό του άλλαξε. Για πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη ατάκα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε ένα τσαλακωμένο δεκάρικο και το άφησε στο τραπέζι. «Πάρ’ τα», μου είπε κοφτά.

Τα πήρα, αλλά δεν ένιωσα νίκη. Ένιωσα κάτι βαρύτερο: ότι τόσον καιρό άφηνα ανθρώπους να περνούν τα όριά μου μόνο και μόνο για να μη χαλάσει η εικόνα μου. Από εκείνη τη μέρα σταμάτησα να προπληρώνω, να καλύπτω, να λέω «δεν πειράζει». Όχι γιατί έγινα σκληρός. Αλλά γιατί κατάλαβα πως η υπερβολική καλοσύνη, χωρίς όρια, γίνεται πρόσκληση για εκμετάλλευση.

Σήμερα, αν κάποιος μου πει «κέρνα με και στα δίνω μετά», χαμογελάω και απαντώ: «Όταν τα έχεις, ευχαρίστως». Κι ας με πουν δύσκολο. Ίσως τελικά δεν είναι κακό να προστατεύεις τον εαυτό σου.

Πείτε μου, εσείς το έχετε ζήσει αυτό; Μέχρι πού βοηθάς κάποιον χωρίς να χάνεις τον σεβασμό προς τον εαυτό σου;