«Μου έλεγαν να σταματήσω, αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο»: Η στιγμή που κατάλαβα πως η κόρη μου ίσως έβλεπε και όλοι νόμιζαν πως είχα τρελαθεί
«Σταμάτα, Γιώργο! Θα τη σκοτώσεις από την αγωνία σου!» φώναξε η γυναίκα μου, η Μαρία, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι της κουζίνας. Το ποτήρι με το νερό αναπήδησε και λίγες σταγόνες έπεσαν πάνω στο μπλουζάκι της μικρής. Κι εκείνη, η Ελευθερία μου, γύρισε απότομα το κεφάλι προς το φως που έμπαινε από το παράθυρο.
Πάγωσα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Και αυτό ήταν που με τρέλαινε.
Επί δύο χρόνια ζούσαμε με τη διάγνωση ενός μεγάλου ειδικού στην Αθήνα. «Συγγενής τύφλωση», μας είχε πει, ψυχρά, σχεδόν βιαστικά. Η Μαρία κατέρρευσε εκείνη τη μέρα. Εγώ όχι. Εγώ έμεινα όρθιος, έσφιξα τα δόντια, πλήρωσα, πήρα τα χαρτιά και γύρισα σπίτι με ένα βάρος που δεν περιγράφεται. Από τότε όλη μας η ζωή οργανώθηκε γύρω από αυτό. Άλλες θεραπείες, άλλες συνήθειες, άλλη γλώσσα μέσα στο σπίτι. «Μίλα της πριν την αγγίξεις», «μην αλλάζεις θέση στα πράγματα», «κάνε ήχους για να σε βρίσκει».
Και όμως, η Ελευθερία έκανε πράγματα που δεν κόλλαγαν.
Η κυρία Δάφνη, η γυναίκα που την πρόσεχε όσο εμείς δουλεύαμε, ήταν η πρώτη που μου το είπε καθαρά.
«Γιώργο, θα σου φανεί τρελό… αλλά νομίζω πως το παιδί αντιδρά στο φως.»
«Τι εννοείς;» τη ρώτησα.
«Εννοώ πως όταν ανοίγω τις κουρτίνες, σφίγγει τα μάτια. Όταν περνάει το κόκκινο μπαλόνι μπροστά της, το ακολουθεί. Δεν ξέρω πώς να στο πω. Κάτι βλέπει.»
Το ίδιο βράδυ το είπα στη Μαρία.
«Πάλι τα ίδια;» μου είπε χωρίς να με κοιτάξει. «Ένας κορυφαίος γιατρός στην Αθήνα το είπε. Τι ψάχνεις ακόμα; Ελπίδα ή αφορμή να μην το δεχτείς;»
«Ψάχνω την αλήθεια.»
«Η αλήθεια πονάει, Γιώργο. Δεν αλλάζει επειδή δεν σου αρέσει.»
Δεν ήταν μόνο η Μαρία. Ήταν και οι δικοί της. Η πεθερά μου, η Αγγελική, έλεγε πως βασανίζω το παιδί με τις ιδέες μου. Ο κουνιάδος μου, ο Στέλιος, με έπιασε μια μέρα έξω από την πολυκατοικία.
«Άκου να δεις», μου είπε χαμηλόφωνα, με εκείνο το ύφος που τάχα νοιάζεται αλλά σε ακυρώνει. «Η αδερφή μου έχει διαλυθεί. Μην ανοίγεις πάλι πληγές. Ένας άνθρωπος σπούδασε, δεν είσαι πιο έξυπνος εσύ.»
Γύρισα και τον κοίταξα. «Δεν είπα ότι είμαι πιο έξυπνος. Είπα ότι βλέπω το παιδί μου κάθε μέρα.»
Άρχισα να την παρατηρώ μανιακά. Ίσως υπερβολικά. Κουνούσα παιχνίδια μπροστά της. Άλλαζα φωτισμούς. Στεκόμουν αθόρυβα στην πόρτα και έβλεπα αν θα στραφεί προς εμένα. Και ναι, κάποιες φορές όχι. Άλλες όμως… άλλες ήμουν σίγουρος. Όχι εκατό τοις εκατό. Αλλά σίγουρος με εκείνον τον τρόπο που ένας πατέρας νιώθει κάτι στο στομάχι του και δεν μπορεί να το εξηγήσει.
Έκλεισα ραντεβού σε άλλον γιατρό, στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά, χωρίς να το πω σε κανέναν μέχρι την τελευταία στιγμή. Όταν το ανακοίνωσα, έγινε χαμός.
«Δεν θα την πας πουθενά!» φώναξε η Μαρία.
«Είναι και δικό μου παιδί.»
«Και θα την ταλαιπωρήσεις για τι; Για μια φαντασίωση;»
Η μικρή ήταν στο χαλί και χτυπούσε δυο κύβους μεταξύ τους. Τα χεράκια της έτρεμαν λίγο κάθε φορά που υψώναμε τις φωνές.
Έσκυψα, την πήρα αγκαλιά και είπα πιο ήρεμα: «Αν κάνω λάθος, θα το δεχτώ. Αλλά αν έχω δίκιο και δεν κάνω τίποτα, δεν θα το συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου.»
Πήγαμε τελικά. Με βαριά σιωπή στο αυτοκίνητο. Η Μαρία κοιτούσε έξω όλη τη διαδρομή. Στο ιατρείο, ο γιατρός, ο κύριος Νικόλαος, δεν βιάστηκε. Την εξέτασε ώρα. Ξανά και ξανά. Έκανε κι άλλες μετρήσεις. Μιλούσε ήρεμα, σαν να φοβόταν μη σπάσει κάτι μέσα μας.
Στο τέλος έβγαλε τα γυαλιά του και είπε:
«Το παιδί δεν είναι τυφλό.»
Η Μαρία άσπρισε. Εγώ δεν μίλησα. Νόμιζα πως δεν άκουσα καλά.
«Υπάρχει σοβαρό πρόβλημα», συνέχισε, «αλλά όχι μη αναστρέψιμο. Βλέπει ελάχιστα τώρα, και με χειρουργική αποκατάσταση υπάρχουν πολλές πιθανότητες να βελτιωθεί σημαντικά. Όσο πιο νωρίς, τόσο καλύτερα.»
Η Μαρία ξέσπασε σε κλάματα. Όχι από χαρά αμέσως. Από σοκ, από ενοχή, από φόβο. Όλα μαζί. Στο διάδρομο με έσπρωξε στο στήθος.
«Γιατί μας το έκαναν αυτό; Γιατί;»
Δεν ήξερα τι να πω. Την αγκάλιασα και για πρώτη φορά μετά από μήνες έκλαψα κι εγώ.
Κι όμως, η μάχη δεν τελείωσε εκεί. Όταν μπήκε στο τραπέζι το χειρουργείο, άρχισαν πάλι οι αντιρρήσεις. «Κι αν πάει κάτι στραβά;» «Κι αν μείνει χειρότερα;» «Κι αν σας γεμίζουν ελπίδες;» Η Μαρία λύγιζε ξανά. Οι δικοί της πίεζαν να το αφήσουμε.
Εγώ όχι. Ήμουν τρομοκρατημένος, αλλά όχι. Πού βρήκα τη δύναμη, δεν ξέρω. Μπορεί και από πείσμα. Μπορεί από αγάπη. Μπορεί από τύψεις που άργησα κιόλας.
Τη μέρα της επέμβασης νόμιζα πως θα σπάσω. Στο νοσοκομείο μύριζε αντισηπτικό και καφές από το μηχάνημα στον διάδρομο. Η Μαρία κρατούσε ένα μαντίλι και το στριφογύριζε στα δάχτυλα μέχρι που μούδιασαν. Δεν μιλούσαμε πολύ. Μόνο κοιταζόμασταν σαν χαμένοι.
Όταν τελείωσε, περιμέναμε μέρες για να φανεί το αποτέλεσμα. Οι πιο μεγάλες μέρες της ζωής μου.
Και μετά ήρθε εκείνο το πρωί.
Ο γιατρός στάθηκε μπροστά της, λίγο πιο πίσω ήμουν εγώ και η Μαρία. Η Ελευθερία ανοιγόκλεισε τα μάτια της, συνοφρυώθηκε, σαν να την ενοχλούσε η φωτεινότητα. Μετά κοίταξε κάπου αριστερά, μετά δεξιά. Και ξαφνικά σταμάτησε πάνω μας.
Πάνω μας.
Το βλέμμα της καρφώθηκε πρώτα στη Μαρία. Άπλωσε το χέρι και άγγιξε το πρόσωπό της, αλλά αλλιώς αυτή τη φορά, όχι όπως πριν. Σαν να συνέδεε επιτέλους την αφή με την εικόνα.
Η Μαρία έλιωσε. «Μαμά… μαμά είναι η μαμά», ψιθύριζε και έκλαιγε τόσο που δεν την καταλάβαινες καλά.
Ύστερα η μικρή γύρισε σε μένα. Με κοίταξε με απορία, σχεδόν αυστηρά, σαν να με μελετούσε. Και μετά χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο μικρό, διστακτικό, που μου διέλυσε την καρδιά.
Έπεσα στα γόνατα δίπλα της. Δεν με ένοιαζε ποιος μας βλέπει. Δεν με ένοιαζε τίποτα.
Εκείνη τη μέρα η κόρη μου είδε για πρώτη φορά τον κόσμο.
Κι εμείς, με έναν παράξενο τρόπο, τον είδαμε ξανά από την αρχή.
Ακόμα σκέφτομαι πόσο κοντά φτάσαμε στο να θάψουμε την αλήθεια κάτω από φόβο, εγωισμό και «τη γνώμη των ειδικών». Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα επιμένατε ή θα φοβόσασταν να πάτε κόντρα σε όλους;