«Την Άφησα να Φύγει;» Η Εξομολόγηση Μου για την Υπόσχεση στη Μάνα Μου που Με Έσπασε στα Δύο
«Μη με πας σε ίδρυμα, Μαρία. Ορκίσου μου». Η φωνή της μάνας μου έτρεμε, αλλά το βλέμμα της τότε ήταν ακόμα καθαρό. «Στο ορκίζομαι», της είπα, και της έσφιξα το χέρι πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, εκεί που τόσα χρόνια άνοιγε φύλλο και μου έλεγε πως η οικογένεια κρατιέται με υπομονή. Δεν ήξερα ότι μια μέρα αυτή η ίδια κουζίνα θα γινόταν πεδίο μάχης, κι εγώ θα στεκόμουν στη μέση, κόρη και δεσμοφύλακας μαζί.
Όταν άρχισε να ξεχνάει, το ρίξαμε στο άγχος. «Ε, μεγάλη γυναίκα είναι», έλεγε ο αδερφός μου ο Γιώργος από τη Θεσσαλονίκη, λες και η απόσταση του έδινε δικαίωμα να μιλάει πιο εύκολα. Μετά ξέχασε το μάτι ανοιχτό. Μετά βγήκε με τη νυχτικιά στην πολυκατοικία και χτύπαγε την πόρτα της κυρίας Ελένης, φωνάζοντας ότι της κλέψανε το παιδί. Το παιδί ήμουν εγώ, σαράντα δύο χρονών, χωρισμένη, με έναν γιο στην τρίτη λυκείου και μια δουλειά στο λογιστικό γραφείο που κρεμόταν από μια κλωστή.
Στην αρχή έλεγα πως θα τα καταφέρω. Της έδινα τα φάρμακα, της μαγείρευα, την έπλενα όταν ντρεπόταν και με έσπρωχνε. «Ποια είσαι εσύ;» μου φώναξε μια μέρα, και ένιωσα σαν να μου ξερίζωσε το όνομα από το στήθος. «Η κόρη σου είμαι, μάνα», ψιθύρισα. Εκείνη με κοίταξε σαν ξένη. Εκείνο το βράδυ έκλαψα σιωπηλά στο μπάνιο για να μη με ακούσει ο μικρός.
Ο Νίκος, ο γιος μου, άρχισε να κλείνεται. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο να ουρλιάζει τα βράδια», μου είπε. Είχε δίκιο. Κι εγώ δεν άντεχα. Κοιμόμουν με το ένα αυτί ανοιχτό, μην ανάψει το μάτι, μην φύγει από την πόρτα, μην πέσει στο μπάνιο. Στη δουλειά έκανα λάθη, στο σπίτι ήμουν μια σκιά. Κι όμως, κάθε φορά που κάποιος τολμούσε να πει «μήπως να δεις μια μονάδα φροντίδας;», ένιωθα σαν να μου ζητούσαν να την πετάξω.
«Εσύ έδωσες όρκο», μου είπε ο Γιώργος στο τηλέφωνο. Θύμωσα τόσο που έτρεμα. «Εγώ, ναι. Εσύ τι έδωσες; Συμβουλές από μακριά;» Του το έκλεισα. Μετά ένιωσα ενοχές. Γιατί η αλήθεια είναι πως δεν θύμωνα μόνο με εκείνον. Θύμωνα με μένα που λύγιζα.
Η χειρότερη νύχτα ήταν τον Δεκέμβρη. Έβρεχε δυνατά. Ξύπνησα και δεν την βρήκα στο κρεβάτι. Την ανακάλυψα στην είσοδο της πολυκατοικίας, ξυπόλητη, να κλαίει. «Θέλω να πάω στη μάνα μου», έλεγε. Η μάνα της είχε πεθάνει εδώ και τριάντα χρόνια. Την αγκάλιασα, κι εκείνη πάγωσε μέσα στα χέρια μου σαν μικρό παιδί. Εκεί, με τις παντόφλες μου μέσα στα νερά, κατάλαβα κάτι τρομερό: δεν την κρατούσα πια κοντά μου από δύναμη, αλλά από φόβο. Φόβο μήπως, αν την αφήσω σε χέρια άλλων, πάψω να είμαι καλή κόρη. Φόβο μήπως παραδεχτώ ότι δεν φτάνω.
Λίγες μέρες μετά λιποθύμησα στην κουζίνα. Με βρήκε ο Νίκος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου στο Κέντρο Υγείας, τον είδα να κλαίει. «Θα σε χάσω κι εσένα», μου είπε. Αυτή η φράση με τσάκισε περισσότερο από όλα. Γιατί ξαφνικά είδα καθαρά πως προσπαθώντας να κρατήσω μια υπόσχεση, έχανα τους πάντες — κι εμένα μαζί.
Την απόφαση την πήρα σαν προδοσία και σαν σωτηρία ταυτόχρονα. Βρήκα μια μικρή μονάδα έξω από την Καλαμάτα, με ανθρώπους ζεστούς. Την πρώτη μέρα, η μάνα μου με κοίταξε ανέκφραστα. Τη δεύτερη, με ρώτησε αν είμαι η αδερφή της. Την τρίτη, καθώς της χτένιζα τα μαλλιά, ακούμπησε το χέρι μου και είπε καθαρά: «Καλό κορίτσι είσαι». Δεν ξέρω αν με αναγνώρισε ή αν μίλησε σε μια σκιά του παρελθόντος. Ξέρω μόνο ότι για πρώτη φορά μετά από μήνες δεν φοβόμουν ότι θα καεί το σπίτι, ότι θα χαθεί στον δρόμο, ότι θα πεθάνω όρθια από εξάντληση.
Ακόμα πηγαίνω και τη βλέπω. Ακόμα νιώθω ενοχές όταν φεύγω. Αλλά τώρα της κρατάω το χέρι ως κόρη, όχι ως φρουρός. Και ίσως αυτή να είναι η μόνη αγάπη που μου είχε απομείνει να της δώσω.
Πείτε μου ειλικρινά: όταν αφήνεις κάποιον να φύγει από τα χέρια σου για να σωθεί η ψυχή και των δυο, είναι προδοσία ή αγάπη;
Εσείς θα κρατούσατε τον όρκο μέχρι να σπάσετε ή θα διαλέγατε να ζήσετε με την ενοχή;