«Έχασα τα πάντα, κι ίσως έτσι βρήκα τον εαυτό μου…»
«Πόσες φορές να στο πω, Νίκη; Δεν αντέχω άλλο να τρέφω εγώ το σπίτι! Εσύ τι κάνεις;» Η φωνή της μάνας μου διαπερνάει κάθε σκέψη μέσα μου σαν σπαθί τεντωμένο στα νεύρα μου. Δεν απαντώ. Ξέρω πως ό,τι και να πω θα είναι λάθος ή αδιάφορο στα μάτια της. Η εστία της κουζίνας καίει ακόμα και τα λαχανικά στο τηγάνι μαυρίζουν, αλλά το μόνο που θέλω είναι να τρέξω. Να τρέξω έξω, μακριά απ’ όλα αυτά που ζυγίζουν πάνω μου σαν τσιμέντο.
Ο πατέρας μου κάθισε βαρύς στην κεφαλή του τραπεζιού. Βλέπει έξω απ’ το παράθυρο το γκρίζο της πόλης χωρίς να μιλά. Ίσως ελπίζει να μην χρειαστεί να διαλέξει πλευρά—ή ίσως έχει ήδη διαλέξει και η σιωπή του είναι καταδίκη. Η μικρή μου αδελφή, η Ελένη, μου χαμογελάει αμήχανα, ψάχνοντας στον αέρα μια αχτίδα παλιάς τρυφερότητας.
«Το ξέρεις ότι ψάχνω δουλειά κάθε μέρα, μάνα. Ξέρεις πόσο δύσκολα είναι εκεί έξω», ψελλίζω μ’ έναν κόμπο στο λαιμό, αλλά το πρόσωπο της μητέρας μου σφίγγεται. «Εδώ μέσα πιο δύσκολα είναι! Εδώ, στο σπίτι μας!»
Σε κάθε γύρισμα της συζήτησης, νιώθω να χάνω κι άλλο από το κουράγιο και την αυτοπεποίθησή μου. Η Αθήνα τους τελευταίους μήνες δεν αφήνει περιθώρια. Δουλειά, υποσχέσεις, χαμένες προσδοκίες – όλα παλεύουν να με λυγίσουν. Έμεινα χωρίς δουλειά πριν έξι μήνες, όταν το λογιστικό γραφείο που εργαζόμουν έκλεισε ξαφνικά. Από τότε αγωνίζομαι με κάθε λογής μεροκάματο, με συμμαθητές που έχουν φύγει στο εξωτερικό και τους γονείς να περιμένουν από εμένα να αναπνεύσω αντί για όλους.
Το βράδυ, στη βεράντα, ακούω τους ήχους της πόλης και σκέφτομαι όλα όσα χάθηκαν μέσα στη σιωπή. Τη σιγουριά πως, ό,τι κι αν γίνει, θα υπάρχει ένα σπίτι όπου θα ανήκεις. Τη βεβαιότητα ότι κάποιος θα πάρει το βάρος όταν εσύ γονατίζεις. Αντί γι’ αυτό, έχω μείνει μόνος, αναγκασμένος να δίνω περισσότερα απ’ όσο έχω πια να δώσω.
Το τηλέφωνο χτυπά. Είναι ο Κώστας, παλιός φίλος από το Πανεπιστήμιο. «Έλα, Νίκη; Σε σκέφτηκα. Πώς τα φέρνεις βόλτα;» Του λέω για τα μεροκάματα: λίγες ώρες σε μια αποθήκη, κάτι μεταφράσεις στο σπίτι, μια αβεβαιότητα που με πνίγει. Η φωνή του ζεστή, μα υπάρχουν στιγμές που φοβάμαι να τον κουράσω με τις ίδιες ιστορίες. «Κράτα γερά, ρε Νίκη. Μη σου περάσει η ιδέα ότι φταις εσύ. Θα στρώσουν τα πράγματα.»
Την επόμενη μέρα ξυπνάω νωρίς και κατεβαίνω στην πλατεία Βικτωρίας, ελπίζοντας μήπως κάποιος χρειάζεται χέρια για καμιά μετακόμιση. Δίπλα μου, τρεις άνδρες, άνεργοι επίσης, μιλάνε για το προηγούμενο μήνα που δεν κατάφεραν να πληρώσουν το ρεύμα. Μιλάμε για τα ίδια πράγματα, κοιταζόμαστε αμήχανα—δεν τολμά κανείς να δείξει αδυναμία. Οι δρόμοι της Αθήνας γεμάτοι με πρόσωπα που μοιάζουν να κουβαλούν αόρατους σταυρούς.
Στο σπίτι πάλι, η ατμόσφαιρα κομμένη στα δύο. Μια μέρα, ενώ πλένω τα πιάτα, ακούω τη μάνα μου να μιλάει χαμηλόφωνα με τον πατέρα μου. «Μήπως να της πούμε να φύγει; Δεν το αντέχω άλλο. Ούτε τα αντέχει το σπίτι…» Τους ακούω να σβήνουν τη φωνή τους μόλις αντιλαμβάνονται ότι βρίσκομαι ακόμα κουζίνα. Νιώθω τον κόμπο μέσα μου να φουσκώνει σε λύσσα και ντροπή.
Αργότερα, η Ελένη, με τον δικό της γλυκό τρόπο, προσπαθεί να με παρηγορήσει. «Δεν το λένε για κακό, ξέρεις. Κι αυτοί ζορίζονται…» Φοβάται, κι εκείνη. Όλοι φοβούνται. Για μια στιγμή θέλω να ουρλιάξω—δεν είμαι εγώ το βάρος, μα το αίσθημα πως όλα καταρρέουν γύρω μας. Ποιος όμως αντέχει να το φωνάξει;
Οι μέρες περνούν αργά και βασανιστικά, με ανεργία, ένταση και την αίσθηση πως δεν αξίζω ούτε το φως που περνά απ’ το τζάμι του σαλονιού. Υπάρχουν βραδιές που ξενυχτώ στη βεράντα, μετρώντας αυτοκίνητα που περνούν. Υπολογίζω τι θα πει να φύγω — να νοικιάσω ένα μικρό δωμάτιο, να τα βγάλω πέρα μόνη, μα ξέρω πως κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο με τα έσοδα που δεν έχω.
Η μάνα μου, πια, δεν μπορεί να το κρατήσει μέσα της. Μια νύχτα, κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι και αρχίζει να μιλάει χωρίς σταματημό. Κλαίει —ίσως πρώτη φορά από τότε που έχω μνήμη να τη βλέπω έτσι. «Δεν ξέρω τι να κάνω… Δεν έχω άλλες δυνάμεις. Φοβάμαι μην τα χάσουμε όλα.» Τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, ανακαλύπτωντας πόσο πολύ έχει γεράσει τους τελευταίους μήνες. Ξαφνικά, νιώθω ενοχές που τολμώ να ζητώ τρυφερότητα την ώρα που εκείνη βυθίζεται στο ίδιο σκοτάδι. Η σύγκρουση μέσα μου γίνεται ανυπόφορη: διψώ για αγάπη, μα ντρέπομαι να την ποθήσω όταν το σπίτι κλυδωνίζεται.
Κάποιο απόγευμα, όταν η Ελένη γυρνάει σχολείο, βάζει τα κλάματα. «Γιατί δεν με υπερασπίζεσαι; Γιατί πρέπει πάντα εγώ να κάνω τον διαμεσολαβητή;» Εγώ απλώς σκύβω το κεφάλι, νιώθοντας ότι κουβαλάω τις αδυναμίες όλων. Το σπίτι μας πια δεν έχει γέλιο. Μόνο κούραση, κατηγορίες και αποσιωπημένες ενοχές.
Οι φίλοι μου λιγοστεύουν — άλλος στην Αγγλία, άλλος σε χωριά, άλλος δεν αντέχει να ακούει τα ίδια πικρά. Η Αθήνα φαίνεται απέραντα εχθρική. Νιώθω να διαλύομαι μέσα σε αδιόρατη μοναξιά. Ποτέ δεν περίμενα πως το πιο δύσκολο δεν θα είναι η φτώχεια, αλλά το να μην έχω κανέναν να στηριχτώ εκεί που με χρειάζεται τούτο το σπίτι.
Μια μέρα βρίσκω μισογραμμένο τετράδιο με ποιήματα που έγραφα μικρή και ξεσπάω σε λυγμούς. Αναρωτιέμαι: πού πήγε η Νίκη που χαμογελούσε πάντα, που είχε όνειρα για μεγάλα ταξίδια και ελπίδα για κάτι λαμπερό. Το πένθος για τον εαυτό μου με παραλύει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να λέει, «Όποιος χάνει το σπίτι του, χάνει το θεμέλιό του». Αν αυτό το θεμέλιο σάπισε πια, πού να ξαναπατήσεις;
Άρχισα να περπατάω. Στις συνοικίες, στους δρόμους της γειτονιάς μου, ψάχνοντας μια δουλειά, ένα χαμόγελο, μια κουβέντα. Είδα στα μάτια άγνωστων άλλοτε συμπόνια, άλλοτε αδιαφορία. Άρχισα σιγά σιγά να καταλαβαίνω ότι η αλληλεγγύη δεν είναι πια δεδομένη, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Έμαθα να ζητάω, και να με απορρίπτουν· να δίνω, κι ελάχιστα να παίρνω.
Οι μέρες τρέχουν, οι εποχές αλλάζουν. Ένα βράδυ, καθώς φτιάχνω πρόχειρα μακαρόνια, μαζευόμαστε όλοι στη κουζίνα, χωρίς να το θέλουμε ίσως. Η μητέρα μου λέει ήρεμα, αλλά με χείλη τρεμάμενα, «Νίκη, συγγνώμη αν σε κάνω να αισθάνεσαι βάρος. Δεν μπορώ άλλες συγκρούσεις. Θέλω να είμαστε πάλι οικογένεια.» Δεν ξέρω αν απαντώ απλώς με το βλέμμα, αλλά μέσα μου κάτι σαλεύει—κάτι που μοιάζει με ελπίδα, κι ας φοβάμαι να το ονομάσω φως.
Η Νίκη που ήμουν—κι αυτή που πασχίζω να μη χάσω εντελώς—βρίσκει λίγο χώρο να ανασάνει την ώρα που μια μικρή τρυφερότητα εμφανίζεται στο τραπέζι. Ίσως δεν είμαστε έτοιμες να συγχωρέσουμε. Μα ίσως πρέπει να ρωτήσω: Αν εμείς οι ίδιοι δεν κρατήσουμε όρθια τα δικά μας θεμέλια, πώς ζητάμε να το κάνει ο κόσμος για εμάς; Πόσα μπορούμε να σηκώσουμε προτού καταρρεύσουμε;