Μάνα, είμαι αρκετή ή πρέπει να χαθώ για να σας ευχαριστώ;

«Άννα, γύρνα αμέσως πίσω! Μη μου μιλάς έτσι!» Η φωνή της μητέρας μου ήχησε κοφτερή, κόβοντας τον πρωινό αέρα της Κυψέλης σαν μαχαίρι. Μέσα μου, άναψε για άλλη μια φορά η φλόγα του ίδιου παλιού θυμού: γιατί πρέπει πάντα να ζω για κάποιον άλλον;

Πέρασα όλη μου την εφηβεία σε μικρά διαμερίσματα, με τα πνιγηρά απογεύματα που η γιαγιά μου έπλεκε στον καναπέ κι εγώ πασχίζα να διαβάσω, ενώ η μάνα μου γκρίνιαζε για τους λογαριασμούς και τον μπαμπά που δούλευε ως αργά. Ήμουν το «καλό παιδί», η Άννα που ποτέ δεν αρνήθηκε να βοηθήσει, που μάθαινε πάντα να βάζει τους άλλους πάνω από τον εαυτό της, υπό το επιχείρημα: «Εμείς είμαστε οικογένεια, η οικογένεια κρατάει». Ο μπαμπάς δεν έλεγε πολλά – προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες με ένα βλέμμα ημιλύπης, ημιυποταγής.

«Δεν καταλαβαίνεις, ρε μάνα, πόσο με πνίγει αυτό που απαιτείτε από μένα;» φώναξα πιο δυνατά απ’ όσο επέτρεπε η στενή γειτονιά. «Ένα πράγμα ζήτησα: να βγω με τη Μαρία το βράδυ, να δω τον Γιώργο που μόλις γύρισε από την Αγγλία. Δεν είμαι μωρό!»

Η μητέρα μου με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που δεν ήξερα αν είναι οίκτος ή θυμός. «Εμείς σε προσέχουμε, γιατί έτσι είναι σωστό. Ο κόσμος απέξω είναι επικίνδυνος κι εσύ είσαι ευαίσθητη!» Να ‘ταν όμως μόνο αυτό. Πίσω από τις φράσεις της πάντα υπήρχε το άρρητο: Καλή κόρη θα πει να μην ζητάς τόσα.

Έβαλα το παλτό μου με τρεμάμενα χέρια, σπρώχνοντας τα κλειδιά στην τσάντα σαν να ήθελα να ξεκλειδώσω και το μυαλό μου. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μετρώ κάθε απόπειρα αυτονομίας με τις απειλές της αποστασίας και την τιμωρία της απόρριψης. Μια φορά τόλμησα να πω πως ήθελα να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη – ένα χρόνο κράτησε ο «πόλεμος των νεύρων». Κι εγώ; Υποχώρησα. Έμεινα εδώ, σ’ αυτή τη μικρή γειτονιά, ανάμεσα στη λαϊκή, τη φωνή του φούρναρη, τη Μάρθα από τον πέμπτο που βγάζει τα χαλιά στο μπαλκόνι και ρωτάει τα πάντα.

Ακόμα και τώρα σκέφτομαι – κρύβομαι στα βιβλία μου, στα τραγούδια μου, στις βραδινές μοναχικές βόλτες όταν πια κοιμούνται. Είναι αρκετή, λέω, η αγάπη όταν πνίγει; Τι είναι πιο σημαντικό – να σε θέλουν ή να αναγνωρίζεις εσύ τον εαυτό σου;

Μια μέρα ο πατέρας είπε σιγανά, με το πιάτο στο χέρι: «Κι εγώ μικρή ήθελα να φύγω, Άννα. Αλλά δεν τόλμησα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν γίνεται να τα καταφέρεις». Εμεινα να τον κοιτάω, τα μάτια μου θολωμένα. Είναι ελευθερία το να μην μπορείς να μιλήσεις; Να περιμένεις έγκριση για κάθε ανάσα, κάθε όνειρο;

Σπούδασα Φιλολογία γιατί τους άρεσε “να ‘σαι δασκάλα, ασφαλής, σταθερή δουλειά”. Εγώ ήθελα να γράφω, να δοκιμάζω τον εαυτό μου – ήθελα ακόμη και να με απορρίψουν, να νιώσω ότι πέτυχα ή απέτυχα με δικούς μου όρους. Όμως πάλι: «Κοίτα τη Μαρία, άλλαξε δουλειά τρεις φορές και τρέχει τώρα!» «Εσύ να κάνεις τα σωστά, τα σίγουρα». Καμιά φορά αναρωτιέμαι – υπάρχει κάτι πιο επώδυνο από το να σε αγαπούν υπό όρους;

Οι φίλοι μου σιγά-σιγά εξαφανίζονται. Η Μαρία κουράστηκε να με περιμένει, ο Γιώργος βρήκε μια σύντροφο στη Θεσσαλονίκη που της επέτρεψε να «είναι». Κι εγώ εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο ζωές – της επαρκούς κόρης και της ελλειπούς γυναίκας.

Ήρθε και η πανδημία – το παραμικρό βήμα προς ανεξαρτησία γινόταν ψηλαφητό εγκλημα. «Ευτυχώς που μένεις εδώ!», μου έλεγαν χαμηλόφωνα, όταν έσβηναν τα φώτα της Καλλιρόης. Εγώ όμως ήξερα: η παραμονή μου ερμηνευόταν πάντα ως επιβεβαίωση ότι «έχουν δίκιο» – κι ο εαυτός μου χανόταν λίγο ακόμα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, με βάλαν να στρώσω τραπέζι, να βάλω τα καλά σερβίτσια, να συμπληρώσω στο τάπερ τα μελομακάρονα που περισσεύουν. Μου διέφυγε ένα πιάτο. «Κοίτα να γίνεις υπεύθυνη, μεγάλωσες πια», άκουσα από τη μάνα μου, ενώ οι υπόλοιποι υποτιθέμενοι σύμμαχοι σιωπούσαν. Σα να μην επιτρέπονται τα λάθη σ’ αυτό το σπίτι – τα δικά μου τουλάχιστον. Έμπλεξα τα δάχτυλα στα μαλλιά μου, ένα σφίξιμο στο στήθος – και περνάει από το μυαλό μου: να φύγω, να χαθώ, ή να παλέψω γι’ αυτό που μου αναλογεί;

Στο φβ, οι φίλοι τα λένε όλα δημόσια: φωτογραφίες, αυτοπεποίθηση, μικρές ανατροπές. Όταν εγώ κάποια στιγμή ανέβασα ένα ποίημα, δικό μου, δισταχτικό, έλαβα σχόλια «Κορίτσι μου, εμείς σε αγαπάμε για άλλα, δε σε φανταζόμασταν έτσι!». Το «κανονικό» πρέπει να σε χωράει; Πνίγομαι, και ταυτόχρονα ντρέπομαι που δεν φεύγω. Πόση δύναμη θέλει η φυγή;

Ένα απόγευμα, μετά τη δουλειά, γύρισα στο σπίτι κουρασμένη. Ο πατέρας μου είχε πιει δυο ποτήρια κρασί παραπάνω. «Να μιλήσεις. Κάποια μέρα θα φύγεις, Άννα», είπε. Η μάνα αναστέναξε. «Άμα φύγεις, να ξέρεις… εδώ πάντα θα σε περιμένει ένα πιάτο φαί. Αλλά να προσέχεις. Ο κόσμος εκεί έξω δεν συγχωρεί». Η δική της η φωνή έκρυβε έναν φόβο, αλλά και απειλή.

Στραφήκαμε σ’ έναν κύκλο ατελείωτων μικρών συγκρούσεων – για το φαγητό, για τα ρούχα, για τους λογαριασμούς, για τους φίλους, για το τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Μου φάνηκε πως η οικογένεια είναι μια μικρογραφία του κόσμου: όλοι θέλουν τη συμμόρφωση, ελάχιστοι την αλήθεια. Είχα γίνει μια μάσκα κανονικότητας, αλλά μέσα μου –θόρυβος και άδειασμα.

Μια μέρα, βρήκα το κουράγιο να ρωτήσω – σχεδόν με ψιθυριστή απελπισία: «Τι θα γίνει αν πω όχι; Θα μείνω χωρίς αγάπη;» Η μάνα γύρισε το βλέμμα της αλλού. «Αυτά είναι κουβέντες τηλεόρασης, Άννα», είπε απότομα. «Εμείς δεν μιλάμε έτσι». Κι όμως, εγώ είχα ήδη μιλήσει. Δεν ήρθα στη γιορτή της θείας, δεν πήγα στο τραπέζι όταν η μέρα ήταν ασήκωτη, άφησα μια φορά το κινητό ανοιχτό χωρίς απάντηση. Ήταν μικρές ανταρσίες, ασήμαντες για τον κόσμο, τεράστιες για μένα.

Πέρασαν χρόνια έτσι – μικρές αποτυχημένες προσπάθειες απόδρασης. Άλλοτε με τύψεις, άλλοτε με γενναιότητα. Τώρα, στα τριάντα μου, κατάλαβα – η αυτονομία δεν είναι χαρισμένη, είναι μονομάχημα με τον εαυτό. Ο φόβος να μην είμαι αρκετή έχει γίνει σκιά και προσπαθώ κάθε μέρα να τον μικραίνω. Το πιάτο φαΐ περιμένει πάντα, αλλά πλέον ξέρω: το να πεινάς από επιβεβαίωση είναι άλλο πράγμα απ’ το να πεινάς επειδή είσαι μόνος.

Αναρωτιέμαι – εσείς τι λέτε; Μπορεί κανείς να ανήκει στους άλλους χωρίς να χάνεται; Είναι άραγε αγάπη το σφίξιμο, ή απλά ο φόβος να μην αλλάξει τίποτα;