«Ή θα σώζαμε το σπίτι μας ή θα συνεχίζαμε να πληρώνουμε τα χρέη της πεθεράς μου» — Η νύχτα που είπα στον άντρα μου πως δεν δίνω ούτε άλλο ευρώ
«Πάλι η γιαγιά θα πάρει τα λεφτά μου για το σχολείο;» με ρώτησε ο γιος μου, ο Μάριος, κρατώντας το φυλλάδιο για την εκδρομή με εκείνο το σφιγμένο χεράκι που μόνο ένα παιδί έχει όταν ήδη ξέρει την απάντηση και φοβάται να την ακούσει.
Πάγωσα.
Στην κουζίνα μύριζε φασολάδα και υγρασία. Το ψυγείο βούιζε σαν να παραπονιόταν κι αυτό. Ο Στέλιος στεκόταν δίπλα στον νεροχύτη με το κινητό στο χέρι. Δεν χρειαζόταν να μου πει ποιος ήταν. Η κυρία Δέσποινα, η πεθερά μου, πάλι έκλαιγε από την άλλη άκρη της γραμμής. Πάλι χρωστούσε στη ΔΕΗ. Πάλι της είχαν τελειώσει τα χάπια. Πάλι ο σπιτονοικοκύρης την πίεζε.
«Μη λες τέτοια στο παιδί», μου πέταξε ο Στέλιος χωρίς να με κοιτάξει.
«Εγώ; Εγώ τα λέω;» του απάντησα και ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.
Ο Μάριος κατέβασε το βλέμμα. «Δεν πειράζει, μαμά. Μπορώ να μην πάω.»
Αυτό ήταν. Εκεί λύγισα.
Για χρόνια έκανα υπομονή. Δεν ήμουν ποτέ η γυναίκα που θα έβαζε τον άντρα της απέναντι από τη μάνα του. Μεγάλωσα κι εγώ σε σπίτι που λέγαμε «η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα». Και το πίστευα. Αλλά στην πράξη, η οικογένεια ήμουν εγώ που έτρεχα από τη δουλειά στο σπίτι, ο Μάριος που μεγάλωνε μετρώντας τι μας λείπει, και ένας άντρας μονίμως σκισμένος στα δύο.
Η Δέσποινα δεν ήταν κακή γυναίκα. Αυτό κάνει το όλο πράγμα χειρότερο. Ήταν από εκείνες τις μανάδες που θυσιάστηκαν, που μεγάλωσαν παιδί μόνες σχεδόν, που έμαθαν να επιβιώνουν με δανεικά και «βλέπουμε». Μόνο που το «βλέπουμε» δεν τελείωνε ποτέ. Κάθε μήνα είχε και μια νέα τρύπα. Κάρτες, δόσεις, φάρμακα, νοίκι, κάτι «δανεικά» σε μια γειτόνισσα που ποτέ δεν επέστρεφε, κάτι ψώνια που «δεν πρόσεξε πόσο βγήκαν».
Στην αρχή δίναμε πενήντα ευρώ. Μετά εκατό. Μετά διακόσια. Μετά μπήκαμε να πληρώνουμε λογαριασμούς κατευθείαν, γιατί «αν της δώσεις μετρητά, δεν φτάνουν». Εγώ έκοψα κομμωτήριο, καφέδες, μέχρι και το ιδιαίτερο αγγλικών του Μάριου το σταμάτησα για έναν χρόνο. Ο Στέλιος έλεγε συνέχεια το ίδιο πράγμα.
«Είναι μάνα μου, Ελένη. Τι να την κάνω; Να την αφήσω;»
Και κάθε φορά ένιωθα τύψεις. Λες και ήμουν εγώ η σκληρή.
Μόνο που η σκληρά πραγματικότητα είχε αρχίσει να φαίνεται στο παιδί μας. Ο Μάριος είχε γίνει νευρικός. Κολλούσε πάνω μου όταν μιλούσα στο τηλέφωνο για λογαριασμούς. Μια μέρα μου είπε ψιθυριστά: «Αν δεν ζητάω πολλά, θα είσαι πιο χαρούμενη;»
Ποια μάνα ακούει αυτό και κοιμάται μετά;
Το βράδυ που τα είπαμε άσχημα, ο Στέλιος μπήκε στο σαλόνι και άφησε τα κλειδιά με δύναμη στο τραπεζάκι.
«Η μάνα μου χρειάζεται τριακόσια μέχρι τη Δευτέρα.»
Γέλασα. Εκείνο το γέλιο το ξερό, το κακό.
«Εμείς έχουμε;»
«Θα βρούμε.»
«Από πού; Από την εκδρομή του Μάριου; Από το σούπερ μάρκετ; Από το ενοίκιο; Πες μου κι εμένα να ξέρω.»
Σήκωσε τη φωνή.
«Η μάνα μου πεινάει κι εσύ μετράς τα ψιλά;»
Τον κοίταξα και δεν τον αναγνώρισα. Ή μάλλον, ίσως τότε τον είδα καθαρά πρώτη φορά. Όχι κακό άνθρωπο. Αλλά γιο πριν από σύζυγο και πατέρα.
«Κι ο γιος σου;» του είπα ήσυχα. «Τον ρώτησες αν πεινάει από ασφάλεια; Αν του λείπει ηρεμία;»
Δεν μίλησε.
Τότε του είπα κάτι που το είχα μέσα μου μήνες και με έτρωγε.
«Εγώ τελείωσα. Δεν δίνω άλλο. Ούτε ένα ευρώ. Αν θέλεις, από τον δικό σου μισθό, από τη δική σου κάρτα, από όπου βρεις. Αλλά δεν θα στερηθεί άλλο το παιδί μας για να μπαλώνουμε μια ζωή που δεν μαζεύεται.»
Έγινε χαμός. Με είπε άδικη. Ψυχρή. Ότι δεν σέβομαι τη μάνα που τον μεγάλωσε. Του είπα ότι εγώ πια δεν σέβομαι τον εαυτό μου όταν βλέπω το παιδί μου να μαζεύεται για να μη μας επιβαρύνει. Έκλαψα, φώναξα, μετά σώπασα. Το χειρότερο δεν ήταν οι φωνές. Ήταν η στιγμή που άνοιξε η πόρτα του δωματίου και εμφανίστηκε ο Μάριος ξυπόλυτος.
«Μην τσακώνεστε για λεφτά εξαιτίας μου», είπε.
Εκεί ο Στέλιος κάθισε στον καναπέ σαν να του κόπηκαν τα πόδια.
Την επόμενη μέρα πήγα μόνη μου στην κυρία Δέσποινα. Της πήγα φαγητό, τα φάρμακά της και μια σακούλα με πράγματα από το σπίτι. Κάθισε απέναντί μου με τα χέρια σταυρωμένα και μάτια πρησμένα.
«Δηλαδή με κόβετε;» μου είπε.
«Δεν σας κόβουμε. Αλλάζουμε τρόπο. Άλλο μετρητά δεν υπάρχουν. Θα βοηθάμε όπου μπορούμε πρακτικά. Λογαριασμό αν είναι ανάγκη. Γιατρό. Ψώνια. Όχι λεφτά στο χέρι.»
Με κοίταξε σαν να την είχα προδώσει.
«Εσύ τον έβαλες.»
Πόνεσε. Πολύ. Γιατί ίσως ένα κομμάτι της να το πίστευε στ’ αλήθεια.
Ο Στέλιος δεν μου μιλούσε σχεδόν δύο μέρες. Μετά ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο μπαλκόνι. Ήταν αργά, από κάτω ακουγόταν ένα μηχανάκι και μια τηλεόραση από γειτονικό σπίτι.
«Δεν ξέρω πώς να το κάνω αυτό χωρίς να νιώθω σκουπίδι», μου είπε χαμηλά.
«Ούτε εγώ ξέρω πώς να συνεχίσω έτσι χωρίς να διαλυθούμε», του απάντησα.
Δεν λύθηκαν όλα ξαφνικά. Μακάρι. Ακόμα υπάρχουν εντάσεις. Ακόμα η Δέσποινα παίρνει τηλέφωνο και μερικές φορές κλαίει, άλλες φορές θυμώνει. Αλλά ο Μάριος πήγε τελικά στην εκδρομή του. Και το βράδυ πριν φύγει, ήρθε και με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που κατάλαβα πως είχα αργήσει ήδη να τον προστατεύσω.
Ίσως να ακούγομαι σκληρή. Ίσως και να είμαι. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να διαλέξεις αν θα σώσεις όλους τους άλλους ή το παιδί που σε κοιτάει και μαθαίνει από σένα τι σημαίνει σπίτι.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Η υποχρέωση προς τον γονιό τελειώνει ποτέ, όταν αρχίζει να πληγώνει το δικό σου παιδί;