«Με είπαν χρυσοθήρα μπροστά σε όλους — μέχρι που σηκώθηκε ο πατέρας μου και τους άφησε άφωνους»
«Ε, καλά, Ελένη, μην κάνεις κι έτσι. Ξέρουμε όλοι γιατί παντρεύτηκες τον Στέλιο.»
Το ποτήρι σχεδόν μου έφυγε από το χέρι. Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Μαρίνας, ακούστηκε καθαρά πάνω από τα πιάτα και τα πιρούνια. Ήμασταν όλοι στο μεγάλο τραπέζι στο Ψυχικό, Κυριακή μεσημέρι, αυτό το δήθεν οικογενειακό τραπέζι που πάντα μου άφηνε έναν κόμπο στο στομάχι.
Σήκωσα το βλέμμα μου. Ο πεθερός μου χαμογελούσε με εκείνο το μισό, παγωμένο χαμόγελο. Η κουνιάδα μου, η Δάφνη, κοίταζε το κινητό της και γελούσε σαν να μην έγινε τίποτα. Και ο Στέλιος… ο άντρας μου… έκοβε το κρέας του λες και μιλούσαν για τον καιρό.
«Τι εννοείτε;» είπα, αν και ήξερα πολύ καλά.
Η Μαρίνα ακούμπησε την πετσέτα της στο τραπέζι.
«Μην προσβάλλεσαι αμέσως. Απλώς λέμε ότι από μια οικογένεια σαν τη δική σου, ξαφνικά βρέθηκες σε ένα σπίτι, σε μια επιχείρηση, σε μια άλλη ζωή. Είναι λογικό ο κόσμος να βγάζει συμπεράσματα.»
Από μια οικογένεια σαν τη δική σου.
Αυτή η φράση με κυνηγούσε από την πρώτη μέρα. Επειδή ο πατέρας μου ήταν ήσυχος. Επειδή η μάνα μου πέθανε νωρίς και μεγαλώσαμε χωρίς επιδείξεις. Επειδή δεν κυκλοφορούσαμε με γνωστά επίθετα και φανταχτερά τραπέζια στην Αθήνα. Άρα, για εκείνους, ήμασταν λίγοι.
«Μαμά, άστο τώρα», είπε χαμηλά ο Στέλιος.
Χαμηλά. Σχεδόν ντροπαλά. Όχι για να με υπερασπιστεί. Για να μη χαλάσει η ατμόσφαιρα.
Η Δάφνη τότε πέταξε το καλύτερο.
«Έλα, βρε Ελένη, μη σοκάρεσαι. Αν αγαπάς τον αδερφό μου, καλώς. Αλλά δεν θα κάνουμε κι ότι δεν είδες προοπτική. Όλες βλέπουν.»
Όλες βλέπουν.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Δίπλα μου ο πατέρας μου, ο Δημήτρης, που είχα παρακαλέσει να έρθει για πρώτη φορά μετά από καιρό, άφησε ήσυχα το πιρούνι του. Δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ. Ήταν από τους ανθρώπους που πρώτα παρατηρούν, μετά ζυγίζουν, και στο τέλος λένε μία κουβέντα και σε τελειώνουν.
Ο πεθερός μου πήρε τον λόγο σαν να έκλεινε συμφωνία.
«Κοίτα, κορίτσι μου. Εμείς χτίσαμε όνομα. Έχουμε επιχείρηση, ακίνητα, μια θέση στην κοινωνία. Είναι λογικό να προστατεύουμε αυτά που είναι δικά μας.»
Γύρισα προς τον Στέλιο. Περίμενα έστω τώρα. Έστω μια φορά.
«Θα πεις κάτι;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε για δύο δευτερόλεπτα και μετά χαμήλωσε τα μάτια.
«Μην το τραβάς, Ελένη. Τους ξέρεις πώς είναι.»
Αυτό ήταν.
Όχι η προσβολή. Όχι τα υπονοούμενα. Η σιωπή του. Αυτή με διέλυσε.
Και τότε ακούστηκε ο πατέρας μου.
Ήρεμα. Σχεδόν ευγενικά.
«Επειδή ακούω ώρα τώρα για περιουσίες, κοινωνική θέση και προστασία, να ξεκαθαρίσουμε κάτι.»
Όλοι σώπασαν. Ακόμα και η Δάφνη άφησε κάτω το κινητό.
Ο πατέρας μου έβγαλε τα γυαλιά του και τα ακούμπησε δίπλα στο πιάτο.
«Δεν μίλησα ποτέ για τα οικονομικά μου γιατί δεν με αφορά να αποδεικνύω πράγματα. Ούτε έμαθα την κόρη μου να μετράει τους ανθρώπους με βάση τα τετραγωνικά και τις γνωριμίες τους.»
Η Μαρίνα κούνησε ειρωνικά το κεφάλι της.
«Κύριε Δημήτρη, δεν χρειάζεται να το παίρνετε προσωπικά…»
«Το παίρνω πολύ προσωπικά», τη διέκοψε. «Γιατί προσβάλλατε την κόρη μου μέσα στα μάτια μου.»
Δεν ανέβασε καν τον τόνο. Κι όμως, πάγωσαν όλοι.
«Για να τελειώνουμε. Το γραφείο που διατηρώ στο κέντρο δεν είναι “ένα μικρό τεχνικό γραφείο”, όπως λέτε. Η εταιρεία μου έχει έργα σε τρεις νομούς. Το κτίριο που στεγάζεται είναι δικό μου. Όπως και τέσσερις πολυκατοικίες που νοικιάζονται, δύο οικόπεδα στο Μαρούσι και ένα σπίτι στη Σίφνο που δεν ανέφερα ποτέ γιατί δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να εντυπωσιάσω κανέναν.»
Νομίζω ότι για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν ανέπνεε.
Ο πεθερός μου ανακάθισε απότομα.
«Συγγνώμη, τι ακριβώς λέτε;»
Ο πατέρας μου τον κοίταξε ίσια.
«Λέω ότι, αν η Ελένη ήθελε να παντρευτεί για χρήματα, δεν είχε καμία ανάγκη τη δική σας οικογένεια.»
Η Μαρίνα άσπρισε. Η Δάφνη ψέλλισε ένα «μα δεν ξέραμε…». Και τότε, σαν να γύρισε διακόπτης, όλοι άλλαξαν ύφος.
«Παρεξήγηση έγινε», είπε ο πεθερός μου.
«Εννοείται ότι πάντα την εκτιμούσαμε», πρόσθεσε η Μαρίνα βιαστικά.
Ο Στέλιος ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου.
«Ελένη, μην το κάνουμε μεγαλύτερο. Ξέρεις ότι σε αγαπάω.»
Τράβηξα το χέρι μου αμέσως.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που με πείραξε πιο βαθιά κι από όσα άκουσα. Δεν σώπαινε επειδή φοβόταν τους γονείς του. Σώπαινε γιατί τον βόλευε. Όσο με είχαν χαμηλά, εκείνος έμενε ασφαλής. Μέσα στο σπίτι τους, στη ζωή τους, στα έτοιμα. Αν με υπερασπιζόταν, θα έπρεπε να συγκρουστεί. Και ο Στέλιος δεν ήθελε ποτέ να χάσει την άνεσή του.
Σηκώθηκα όρθια.
«Μην αλλάζετε τώρα γλώσσα», είπα. «Πριν δέκα λεπτά ήμουν η επαρχιώτισσα που κυνηγούσε τα λεφτά σας. Τώρα τι είμαι; Κατάλληλη;»
«Ελένη, κάτσε να μιλήσουμε ψύχραιμα», είπε ο Στέλιος και σηκώθηκε κι αυτός.
Τον κοίταξα και πραγματικά δεν τον αναγνώριζα.
«Τρία χρόνια, Στέλιο. Τρία χρόνια άκουγα ειρωνείες για τον πατέρα μου, για τη μάνα μου, για το σπίτι που μεγάλωσα, για το πώς μιλάω, για το ότι δεν “ταιριάζω”. Και εσύ κάθε φορά έλεγες το ίδιο: άσ’ τους, έτσι είναι. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι συμφωνούσες.»
«Δεν συμφωνούσα!» είπε πιο δυνατά. «Απλώς δεν ήθελα φασαρίες.»
Γέλασα. Πικρά.
«Όχι. Δεν ήθελες να χαλάσει η βολή σου.»
Πήρα την τσάντα μου με χέρια που έτρεμαν, αλλά μέσα μου ήμουν πιο καθαρή από ποτέ. Ο πατέρας μου σηκώθηκε χωρίς λέξη. Αυτό έκανε πάντα. Ήταν εκεί, χωρίς θέατρο.
«Ελένη, μη φύγεις έτσι», είπε η πεθερά μου, σχεδόν ικετευτικά τώρα. «Είμαστε οικογένεια.»
Γύρισα στην πόρτα.
«Όχι. Οικογένεια είναι να σε προστατεύουν όταν σε ταπεινώνουν. Όχι να σε θυμούνται μόνο όταν νομίζουν ότι έχεις περισσότερα από αυτούς.»
Έφυγα από εκείνο το σπίτι χωρίς βαλίτσα, χωρίς σχέδιο για την επόμενη μέρα, αλλά με μια ανάσα που είχα χρόνια να πάρω. Το ίδιο βράδυ γύρισα στο πατρικό μου στο Παγκράτι. Κάθισα στο παιδικό μου κρεβάτι, στα σαράντα μου πια, και έκλαψα σαν να έβγαζα από μέσα μου όλο το δηλητήριο που είχα καταπιεί τόσο καιρό.
Λίγες μέρες μετά, ζήτησα διαζύγιο. Ο Στέλιος πήρε αμέτρητα τηλέφωνα. Μηνύματα. «Να το σώσουμε». «Έγινε λάθος». «Θα αλλάξω». Αλλά εγώ είχα ήδη ξυπνήσει. Και όταν ξυπνάς στ’ αλήθεια, δεν ξανακοιμάσαι εύκολα.
Τελικά, τι πονάει περισσότερο; Η προσβολή από ξένους ή η σιωπή του ανθρώπου που έπρεπε να είναι δίπλα σου;
Εσείς θα μένατε έστω και μία μέρα παραπάνω σε έναν γάμο όπου έπρεπε κάθε φορά να αποδεικνύετε την αξία σας;