«Δεν είμαι η υπηρέτρια των Χριστουγέννων»: Η χρονιά που αρνήθηκα να κάνω τα πάντα μόνη μου και τάραξα όλη την οικογένεια
«Πάλι πολύ λάδι έβαλες στις πατάτες, Μαρίνα. Και οι κουραμπιέδες θέλουν πιο απαλό χέρι, όχι έτσι βαριά.»
Την κοίταξα με το ταψί στα χέρια και για ένα δευτερόλεπτο νόμιζα πως θα μου πέσει. Η κουζίνα μύριζε βούτυρο, κανέλα και ένταση. Ο φούρνος δούλευε από το πρωί, το νεροχύτη τον είχα γεμίσει δυο φορές, το τραπέζι ήταν μισοστρωμένο, κι εγώ είχα σηκωθεί από τις έξι. Και πάλι δεν έφτανε.
Η Κυριακή, η πεθερά μου, στεκόταν δίπλα στον πάγκο με σταυρωμένα χέρια. Όπως κάθε χρόνο. Δεν βοηθούσε πραγματικά. Επιθεωρούσε.
«Αν τα ξέρεις καλύτερα, κάν’ τα εσύ», της είπα.
Γύρισε και με κοίταξε λες και της είχα ρίξει χαστούκι.
«Τι τρόπος είναι αυτός; Στο σπίτι μας πάντα η νύφη ετοίμαζε το τραπέζι των Χριστουγέννων.»
Στο σπίτι μας. Όχι στο δικό μου. Ποτέ δεν το έλεγε αλλιώς.
Ο άντρας μου, ο Στέλιος, μπήκε εκείνη την ώρα στην κουζίνα με σακούλες από το περίπτερο. Με είδε κατακόκκινη, είδε και τη μάνα του έτοιμη για κήρυγμα, και κατάλαβε.
«Τι έγινε;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
Γέλασα νευρικά. «Τίποτα. Απλώς είμαι πάλι άχρηστη στα μάτια της μάνας σου, ενώ μαγειρεύω τρεις μέρες μόνη μου.»
Η Κυριακή αναστέναξε επιδεικτικά.
«Μη δραματοποιείς, παιδί μου. Μια παρατήρηση έκανα. Για το καλό σου.»
Για το καλό μου. Αυτή η φράση με είχε διαλύσει περισσότερες φορές απ’ όσες θέλω να θυμάμαι. Στα γεμιστά, στη γαλοπούλα, στο πώς στρώνω το τραπέζι, ακόμα και στο πώς ντύνω την κόρη μας, τη μικρή Ελένη.
Εκείνη τη στιγμή άφησα το ταψί στον πάγκο και έβγαλα την ποδιά.
«Δεν θα το κάνω άλλο αυτό.»
Ο Στέλιος με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι δεν θα ξανατρέχω μόνη μου για όλους. Δεν θα μαγειρεύω για δώδεκα άτομα, να καθαρίζω, να σερβίρω, να μαζεύω και στο τέλος να ακούω κι από πάνω ότι δεν τα κάνω σωστά. Αν θέλετε οικογενειακά Χριστούγεννα, θα τα κάνουμε οικογενειακά. Όχι στις πλάτες μου.»
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσε κανείς. Ακούγονταν μόνο τα μελομακάρονα που έψηναν.
Η πεθερά μου ήταν η πρώτη που αντέδρασε.
«Αυτά δεν γίνονται. Τι θα πει θα μοιραστούμε; Οι άντρες θα μπουν στην κουζίνα;»
Και τότε, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Στέλιος είπε:
«Ναι, θα μπουν.»
Γύρισε προς το μέρος μου και μίλησε πιο σταθερά.
«Έχεις δίκιο, Μαρίνα. Σε έχω αφήσει μόνη σου τόσα χρόνια και δεν είναι σωστό. Ούτε να σε κρίνουν έτσι είναι σωστό.»
Δεν περίμενα να το ακούσω. Όχι έτσι, μπροστά της. Ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό.
Η Κυριακή άρχισε να φωνάζει.
«Σε άλλαξες τελείως! Παλιά δεν ήσουν τέτοιος. Αυτά είναι μοντέρνα καμώματα. Στην οικογένειά μας αλλιώς μάθαμε.»
Εκεί μπήκε στην κουζίνα και η αδερφή του, η Άννα, που είχε έρθει λίγο νωρίτερα με τα παιδιά της και άκουγε από το σαλόνι.
«Μαμά, συγγνώμη κιόλας, αλλά η Μαρίνα έχει δίκιο», είπε. «Κάθε χρόνο η ίδια λιώνει κι εμείς καθόμαστε. Και μετά όλοι έχουμε άποψη. Ε, όχι.»
Η πεθερά μου την κοίταξε σοκαρισμένη. «Κι εσύ μαζί τους;»
Η Άννα γέλασε πικρά. «Μαζί της είμαι. Γιατί κι εγώ το ίδιο ζω στο σπίτι μου. Και κουράστηκα να το παίζουμε φυσιολογικό.»
Αυτό ήταν. Το οικογενειακό τραπέζι πριν καν στρωθεί είχε γίνει πεδίο μάχης.
Ο πεθερός μου, ο Θανάσης, από το σαλόνι φώναξε: «Τι έγινε πάλι;»
Και η Κυριακή, έτοιμη να κλάψει, είπε: «Διαλύετε τις παραδόσεις!»
Της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα, αν και έτρεμα.
«Όχι. Προσπαθούμε να μη διαλυθούμε εμείς.»
Εκεί έπεσε μια σιωπή βαριά. Από αυτές που τις νιώθεις στο στομάχι.
Τελικά, ο Στέλιος πήρε χαρτί και στυλό από το συρτάρι. Στάθηκε δίπλα στο ψυγείο σαν να έκανε σύσκεψη.
«Ωραία. Πρακτικά. Εγώ αναλαμβάνω το ψήσιμο και το στρώσιμο. Ο μπαμπάς τις σαλάτες και τα ποτά. Η Άννα τα γλυκά και να βοηθήσει με τα παιδιά. Η μαμά, αν θέλει, μπορεί να κάνει τη γέμιση όπως την ξέρει — χωρίς σχόλια στους άλλους. Και η Μαρίνα δεν θα τρέχει σαν τρελή για όλα.»
Η Κυριακή πήγε να μιλήσει, αλλά σταμάτησε. Νομίζω για πρώτη φορά κατάλαβε ότι δεν ήμουν πια μόνη μου.
Δεν έγινε θαύμα εκείνη τη μέρα. Δεν αγκαλιαστήκαμε όλοι δακρυσμένοι γύρω από τη γαλοπούλα. Η πεθερά μου κράτησε μούτρα σχεδόν όλο το μεσημέρι. Ο πεθερός μου έκοβε τις ντομάτες σαν να τον είχαν βάλει τιμωρία. Ο Στέλιος έκαψε την πρώτη φουρνιά ψωμάκια και η Άννα γέλαγε τόσο που κόντεψε να της πέσει η πιατέλα.
Αλλά ξέρεις κάτι; Για πρώτη φορά κάθισα κι εγώ στο τραπέζι πριν κρυώσει το φαγητό. Για πρώτη φορά δεν σηκώθηκα δέκα φορές να φέρω πιάτα, νερά, χαρτοπετσέτες, κουτάλια. Έφαγα ζεστό φαγητό. Μίλησα. Γέλασα λίγο. Ανάσανε το στήθος μου.
Και προς το τέλος, όταν μάζευε τα πιάτα ο Στέλιος μαζί με τον πατέρα του, η Κυριακή με πλησίασε σιγά.
«Εγώ αλλιώς τα έμαθα», μου είπε χωρίς να με κοιτάζει. «Αλλά… ίσως έχετε κι εσείς ένα δίκιο.»
Δεν ήταν συγγνώμη. Αλλά ήταν κάτι.
Εγώ πάλι εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως μερικές φορές το πιο δύσκολο δεν είναι να πεις όχι. Είναι να αντέξεις όσα θα ακολουθήσουν μετά.
Κι όμως, άξιζε.
Πείτε μου, εσείς θα τολμούσατε να τα βάλετε με μια ολόκληρη οικογενειακή «παράδοση» για να προστατέψετε τον εαυτό σας;
Ή θα κάνατε πάλι πίσω, μόνο και μόνο για να μη χαλάσουν οι γιορτές;