«Μαμά, αν είχες έρθει πιο νωρίς, ίσως να μην είχε γίνει…» — Η μέρα που κατάλαβα πως το σπίτι μου στεκόταν όρθιο μόνο απ’ έξω
«Πού είσαι; Η Άννα χτύπησε! Σήκωσέ το επιτέλους, Μαρία!»
Όταν άκουσα τη φωνή του Στέλιου, το αίμα μου πάγωσε. Ήμουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στη δεύτερη δουλειά μου, με το ακουστικό χωμένο στο αυτί και τα χέρια να τρέμουν τόσο που έπεσαν τα κέρματα από το χέρι μου. Από πίσω η προϊσταμένη μου έκανε νόημα ανυπόμονα, ένας πελάτης μουρμούριζε, κι εγώ το μόνο που άκουγα ήταν ανάσες κομμένες.
«Τι έγινε; Πού είναι το παιδί;»
«Στο ΚΑΤ. Έπεσε με το πατίνι. Έχει χτυπήσει άσχημα στο πόδι και στο κεφάλι. Ο Δημήτρης ουρλιάζει, δεν μπορώ να— απλώς έλα!»
Έφυγα χωρίς να πάρω τσάντα. Χωρίς να πω σωστά ούτε ένα «φεύγω». Στο ταξί μέχρι το νοσοκομείο κοιτούσα το κινητό μου και έβλεπα δεκατρείς αναπάντητες. Δεκατρείς. Και το είχα στο αθόρυβο γιατί «δεν επιτρέπονται προσωπικά τηλεφωνήματα εν ώρα εργασίας».
Να σου πω την αλήθεια; Εκείνη τη στιγμή δεν φοβήθηκα μόνο για την Άννα. Φοβήθηκα κι αυτό που ήξερα ήδη, αλλά δεν τολμούσα να πω ούτε στον εαυτό μου. Ότι εγώ έλειπα συνέχεια. Ότι ο Στέλιος είχε γίνει πατέρας και μάνα μαζί. Ότι το σπίτι μας λειτουργούσε σαν πρόγραμμα. Όχι σαν οικογένεια.
Στο νοσοκομείο τον βρήκα όρθιο στον διάδρομο, με τον μικρό αγκαλιά να κοιμάται πάνω του και τα μάτια κόκκινα. Μόλις με είδε, δεν με αγκάλιασε. Δεν είπε «ευτυχώς ήρθες». Μόνο με κοίταξε σαν να ήμουν ξένη.
«Τώρα βρήκες να έρθεις;» μου είπε χαμηλά.
«Στέλιο, σε παρακαλώ… πώς είναι;»
«Έξι ράμματα. Κάταγμα. Και ξέρεις τι είπε όταν την έβαζαν μέσα; “Μην πάρετε τη μαμά, δουλεύει”. Αυτό είπε η κόρη σου, Μαρία.»
Η κόρη σου.
Όχι η κόρη μας.
Κάθισα σε μια πλαστική καρέκλα κι ένιωσα να αδειάζω. Δεν έκλαψα αμέσως. Πρώτα ήρθε εκείνο το μούδιασμα. Το βαρύ. Το ντροπιαστικό.
Δούλευα από τις οκτώ το πρωί σε λογιστικό γραφείο και τα απογεύματα πήγαινα σούπερ μάρκετ τρεις και τέσσερις φορές τη βδομάδα. Γιατί; Για το στεγαστικό. Για τα αγγλικά της Άννας. Για το φροντιστήριο του Δημήτρη, παρότι ήταν ακόμα μικρός και όλοι έλεγαν ότι «από τώρα πρέπει να μπει σε σειρά». Για τους λογαριασμούς. Για να μην νιώθουν τα παιδιά μας ότι στερούνται.
Και τελικά τι ένιωθαν;
Στέρηση πάλι. Άλλη, χειρότερη.
Όταν μπήκα να δω την Άννα, είχε το κεφάλι της γυρισμένο προς το παράθυρο. Το ποδαράκι της δεμένο, το πρόσωπό της χλωμό. Πλησίασα και της χάιδεψα το χέρι.
«Καρδούλα μου…»
Δεν γύρισε αμέσως. Μετά ψιθύρισε:
«Νόμιζα ότι θα ερχόταν ο μπαμπάς μόνος.»
Αυτό πόνεσε πιο πολύ κι από χαστούκι.
«Συγγνώμη, αγάπη μου.»
«Δεν πειράζει», είπε, αλλά το είπε σαν παιδί που έχει συνηθίσει να μην περιμένει πολλά.
Εκείνο το βράδυ, γυρίσαμε σπίτι άγρια χαραγμένοι όλοι. Η Άννα στον καναπέ με το πόδι ψηλά, ο Δημήτρης κολλημένος στον Στέλιο, κι εγώ στην κουζίνα να βράζω μακαρόνια στις δύο το πρωί γιατί κανείς δεν είχε φάει. Και ξαφνικά ο Στέλιος άνοιξε ό,τι κρατούσε μήνες.
«Δεν αντέχω άλλο έτσι.»
Γύρισα και τον κοίταξα.
«Νομίζεις εγώ αντέχω;»
«Εσύ λείπεις, Μαρία. Εγώ είμαι εδώ όταν έχουν πυρετό, όταν τσακώνονται, όταν κλαίνε, όταν σε ζητάνε. Κι όταν έρχεσαι, είσαι τόσο κουρασμένη που ούτε μιλάς.»
«Για ποιον τα κάνω όλα αυτά; Για μένα;»
«Όχι. Αλλά δεν έχει σημασία πια. Τα παιδιά δεν θέλουν μόνο να πληρώνονται τα δίδακτρα τους. Θέλουν εσένα.»
Η Άννα μας άκουγε. Το κατάλαβα όταν είπε από το σαλόνι, με φωνή σπασμένη:
«Μην τσακώνεστε για μένα…»
Πήγα κοντά της αμέσως. Γονάτισα δίπλα της.
«Δεν τσακωνόμαστε για σένα.»
Με κοίταξε και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
«Τσακώνεστε επειδή έχουμε σπίτι αλλά δεν είμαστε μέσα μαζί.»
Παιδί δέκα χρονών.
Κι είπε όλη την αλήθεια με μια πρόταση.
Τις επόμενες μέρες δεν έγιναν θαύματα. Δεν είμαστε σε σειρά που λύνονται όλα σε ένα βράδυ. Κάναμε όμως για πρώτη φορά μια κουβέντα αληθινή. Καθίσαμε στο τραπέζι με χαρτιά, λογαριασμούς, δόσεις, πρόγραμμα, νεύρα. Κόψαμε τα ιδιαίτερα της Άννας για λίγο. Βρήκαμε μια πιο οικονομική λύση για αγγλικά. Μιλήσαμε με την τράπεζα για ρύθμιση. Εγώ άφησα τις έξτρα βάρδιες δύο καθημερινές, έστω κι αν μας τρόμαζε η ιδέα.
Ο Στέλιος δεν μαλάκωσε αμέσως. Ούτε εγώ. Είχαν μαζευτεί πολλά. Σιωπές, πίκρες, παρεξηγήσεις. Κάποια βράδια καθόμασταν απέναντι και δεν ξέραμε καν πώς να μιλήσουμε σαν ζευγάρι. Μόνο σαν δυο εξαντλημένοι συνεργάτες που τρέχουν να σώσουν ένα σπίτι που είχε αρχίσει να αδειάζει από μέσα.
Αλλά ένα απόγευμα, καθώς βοηθούσα την Άννα να πάει μέχρι το μπάνιο με τις πατερίτσες, με έπιασε από το χέρι και μου είπε:
«Θα είσαι εδώ και αύριο;»
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, μπόρεσα να της πω:
«Ναι. Θα είμαι εδώ.»
Δεν ξέρω αν προλάβαμε τη ζημιά ή απλώς τη σταματήσαμε πριν γίνει μόνιμη. Ξέρω μόνο ότι κυνηγούσα μια καλύτερη ζωή και κόντεψα να χάσω τη ζωή που είχα ήδη.
Εσείς τι θα διαλέγατε στη θέση μου; Αξίζει η ασφάλεια όταν το σπίτι γεμίζει σιωπή;