«Δεν είμαι η υπηρέτριά σου»: Η μέρα που σταμάτησα να κάνω τα πάντα για τον άντρα μου και άρχισα να σκέφτομαι να φύγω
«Πάλι μακαρόνια έχει;» μου είπε ο Στέλιος, πετώντας τα κλειδιά του πάνω στο τραπέζι, λες και ήταν σε ταβέρνα και του χάλασα την παραγγελία.
Τον κοίταξα με τις σακούλες ακόμη στα χέρια. Η μία είχε τετράδια της Μυρτώς, η άλλη γάλατα, ψωμί και κάτι φτηνά μπισκότα που μου ζήτησε για το σχολείο. Είχα μόλις ανέβει τρεις ορόφους με τα πόδια γιατί το ασανσέρ είχε πάλι χαλάσει. Ίδρωνα. Πονούσε η μέση μου. Και το μόνο που βρήκε να πει ήταν αυτό.
«Δεν πρόλαβα τίποτα άλλο, Στέλιο.»
«Ε, καλά, μη βαράς κιόλας. Μια κουβέντα είπα.»
Μια κουβέντα. Ναι. Μόνο που αυτές οι “μια κουβέντα” είχαν γίνει η ζωή μου ολόκληρη.
Είμαι η Αθηνά, 38 χρονών, και τα τελευταία χρόνια νιώθω σαν ανύπαντρη μάνα που απλώς έχει έναν άντρα να κοιμάται δίπλα της. Έναν άντρα που μπαίνει σπίτι, τρώει, αφήνει κάλτσες στον καναπέ, ρωτάει πού είναι η μπλε του μπλούζα και φεύγει ξανά. Σαν το σπίτι να είναι ξενοδοχείο και εγώ ρεσεψιόν, κουζίνα, καθαριότητα και λογιστήριο μαζί.
Η κόρη μας, η Μυρτώ, είναι οκτώ. Το πρωί τη σηκώνω, της βάζω γάλα, ψάχνω την εργασία που ξέχασε να μου πει από το βράδυ, τρέχω να βρω καθαρή φόρμα για γυμναστική, θυμάμαι ότι θέλει πέντε ευρώ για την εκδρομή, απαντάω στο μήνυμα της δασκάλας στο Viber, κατεβάζω τα σκουπίδια, βάζω πλυντήριο, πάω σούπερ μάρκετ, πληρώνω ΔΕΗ, παίρνω τηλέφωνο τον παιδίατρο, μαγειρεύω, καθαρίζω. Και όλα αυτά ενώ δουλεύω και τέσσερις ώρες τη μέρα σε ένα κομμωτήριο στη γειτονιά.
Ο Στέλιος λέει ότι «κουράζεται κι αυτός». Δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων και γυρίζει συνήθως κατά τις επτά. Δεν λέω, δουλεύει. Αλλά όταν γυρίζει, τελειώνει. Για μένα δεν τελειώνει ποτέ.
Το χειρότερο δεν ήταν ότι δεν βοηθούσε. Το χειρότερο ήταν ότι δεν έβλεπε καν τι γινόταν.
Μια Τρίτη βράδυ, ενώ σιδέρωνα τη σχολική μπλούζα της Μυρτώς και εκείνος είχε απλωθεί στον καναπέ με το κινητό, του είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα:
«Δεν αντέχω άλλο έτσι. Χρειάζομαι βοήθεια. Όχι χάρη. Βοήθεια κανονική.»
Δεν σήκωσε καν το κεφάλι στην αρχή.
«Σε τι πράγμα δηλαδή;»
Γέλασα. Όχι από χιούμορ. Από εκείνο το γέλιο το νευρικό που βγαίνει όταν είσαι ένα βήμα πριν κλάψεις.
«Σε όλα, Στέλιο. Στο σπίτι. Στο παιδί. Στο να μη χρειάζεται να σου λέω κάθε μέρα τι πρέπει να γίνει.»
Τότε με κοίταξε.
«Εγώ φέρνω τα λεφτά στο σπίτι, Αθηνά. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα. Αν έχεις άγχος, δεν σου φταίω εγώ.»
Έμεινα να τον κοιτάω με το σίδερο στο χέρι.
«Φέρνεις τα λεφτά;» του είπα. «Και τα δικά μου τι είναι; Χαρτζιλίκι; Και ξέρεις κάτι; Ακόμα κι αν έφερνες τα πάντα, δεν αγοράζεις μεροκάματο για να μην είσαι πατέρας και σύζυγος.»
Σηκώθηκε απότομα.
«Πάλι δράμα κάνεις. Όλες οι γυναίκες σπίτι τα ίδια κάνουν.»
Αυτή η φράση… με αποτελείωσε.
Όλες οι γυναίκες. Σαν να ήμουν είδος. Σαν να μην ήμουν εγώ. Η Αθηνά που είχε τρεις νύχτες να κοιμηθεί καλά. Η Αθηνά που ξέχναγε πότε έφαγε τελευταία φορά καθιστή. Η Αθηνά που είχε αρχίσει να νιώθει αόρατη μέσα στο ίδιο της το σπίτι.
Εκείνο το βράδυ δεν του έβαλα φαγητό. Δεν του μάζεψα το ποτήρι. Δεν του ετοίμασα ρούχα για την επόμενη μέρα. Μπορεί να ακούγεται μικρό. Για μένα ήταν επανάσταση.
Την επόμενη εβδομάδα σταμάτησα κι άλλα. Δεν του θύμισα τον ΕΝΦΙΑ. Δεν πήρα εγώ το πουκάμισό του από το καθαριστήριο. Δεν σηκώθηκα από τον καναπέ όταν φώναξε από το μπάνιο «πού είναι οι πετσέτες;».
«Εκεί που τις αφήνουμε πάντα», του απάντησα.
«Και γιατί δεν είναι μέσα;»
«Γιατί δεν μπαίνουν μόνες τους, Στέλιο.»
Με κοίταξε σαν να μη με αναγνώριζε. Για πρώτη φορά ίσως έβλεπε ότι είχα θυμό. Όχι μόνο κούραση.
Η Μυρτώ κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα βράδυ ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι.
«Μαμά, είσαι στενοχωρημένη με τον μπαμπά;»
Έσφιξα τα δόντια μου για να μη λυγίσω μπροστά της.
«Λίγο, αγάπη μου.»
«Εγώ δεν θέλω να κλαις στην κουζίνα.»
Εκεί διαλύθηκα. Γιατί εγώ νόμιζα ότι πρόσεχα. Ότι έκρυβα τα πολλά. Αλλά τα παιδιά τα βλέπουν όλα. Ακόμα και τη σιωπή.
Άρχισα τότε να βάζω στην άκρη λίγα χρήματα από τη δουλειά. Εικοσάρικα, δεκάρικα, ό,τι μπορούσα. Μίλησα και με τη φίλη μου τη Βάσω, που μου είπε να πάω να ενημερωθώ, έστω, για το τι δικαιούμαι αν φύγω. Μόνο που και αυτή η σκέψη με τρόμαζε. Πού θα πάω με παιδί; Πώς θα πληρώνω νοίκι; Τι θα πει η μάνα μου, που χρόνια μου λέει «κάνε υπομονή, όλοι οι γάμοι έτσι είναι»;
Αλλά είναι έτσι; Πραγματικά; Δηλαδή αυτό είναι γάμος; Να παρακαλάς για τα αυτονόητα και να σε λένε υπερβολική;
Πριν λίγες μέρες, ο Στέλιος μου είπε εκνευρισμένος:
«Τον τελευταίο καιρό έχεις αλλάξει πολύ.»
Και του απάντησα ήσυχα, τόσο ήσυχα που τρόμαξα κι εγώ με τη φωνή μου:
«Όχι. Τον τελευταίο καιρό σταμάτησα να εξαφανίζομαι.»
Δεν ξέρω ακόμα αν έχω το κουράγιο ή τα λεφτά να φύγω. Ξέρω μόνο ότι αν μείνω όπως ήμουν, θα χαθώ τελείως. Και δεν θέλω η κόρη μου να μάθει πως αγάπη σημαίνει να εξαντλείσαι για να βολεύονται οι άλλοι.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μένεις και παλεύεις ή φεύγεις πριν σβήσεις εντελώς;