Ανάμεσα στην Ανισότητα και την Δικαιοσύνη: Η Ιστορία της Ελένης
«Πάλι δεν πήρες δέκα; Ελένη, πώς περιμένεις να πας μπροστά; Η Μαρία απέναντι έχει ήδη μπει στο Πολυτεχνείο». Ήταν η φωνή της μητέρας μου, σκληρή, ψυχρή – και κάθε λέξη της σαν να έσκιζε έναν λεπτό ιστό μέσα μου. Ηταν ένα βράδυ στην Κυψέλη, το μικρό μας σπίτι γεμάτο μυρωδιά φαγητού και πίεσης, το ρολόι να χτυπά, εγώ πάνω απ’ τα βιβλία μου – αλλά το μυαλό μου κυλούσε σαν να βυθιζόταν στον πάτο μιας δεξαμενής.
«Μαμά, κουράστηκα. Διάβασα όλη μέρα. Πηρά εννιάμιση…» προσπαθούσα να ψελλίσω, τα μάτια μου να γυαλίζουν από δάκρυα που δεν ήθελα να δει. Ήξερα πως εκείνη δεν συναινούσε ποτέ με μισές προσπάθειες. Στο δικό της κόσμο – και του πατέρα μου – επιβραβεύονταν μόνο οι αρίστοι. ‘Ησουν κάτι ή τίποτα.
Ήμουν 16 χρόνων τότε, ανάμεσα σε βιβλία και σκιές. Εκείνο το «τίποτα» με παγίδευε συχνά σ’ έναν φαύλο κύκλο: όσο κι αν προσπαθούσα, πάντα κάποιος – ή κάτι – μου τόνιζε ότι δεν ήμουν αρκετή. Στο σχολείο, οι καθηγητές με διέκριναν για το μυαλό μου, αλλά το χαμόγελό τους συχνά είχε μια πίκρα: “Να πειθαρχήσεις παραπάνω, Ελένη. Αν θες να πετύχεις, πρέπει να ξεχωρίσεις ακόμα πιο πολύ”.
Σ’ εκείνη την γειτονιά, άλλες οικογένειες πάλευαν με τους λογαριασμούς, άλλες έκαναν μπάνιο στη βεράντα το Πάσχα, κι άλλες – σαν τη δική μας – θεωρούσαν υποχρέωση να φτιάξεις το «όνομά» σου. Ο αδερφός μου ο Θανάσης, από μικρός έβρισκε χαραμάδες χαράς, αδιαφορώντας για βαθμούς. Πάντα μ’ έλεγε «σκλαβάκι του μέλλοντος». «Εγώ, ρε Ελένη, θα φύγω για νησί. Εκεί δεν ρωτάνε για πτυχία,» γελούσε πικρά κι εγώ τον ζήλευα – για την ελευθερία, αλλά και για την αγάπη που φαινόταν να παίρνει ακόμη κι αν δεν διακρινόταν.
Μέσα στη σιωπηλή αυτή αναμέτρηση γονιών κι εμάς, αργά και ύπουλα, άρχιζα να νιώθω περαστική ακόμα κι απ’ τη δική μου οικογένεια.
Μία μέρα, μετά το σχολείο, γύρισα σπίτι πιο νωρίς. Η μητέρα μου μιλούσε με την ξαδέρφη της. «Η μικρή μας δεν φαίνεται τόσο σπουδαία όσο νόμιζα», είπε ξεψυχισμένα. Ήμουν πίσω απ’ την πόρτα και πάγωσα. Τα λόγια της, κοφτερά, με πλάκωναν. Όλη η προσπάθειά μου, όλα τα βράδια με διάβασμα, δεν αρκούσαν – δεν θα αρκούσαν ποτέ. Πόσο εύκολα μπορούσε να νιώσει κάποιος ασήμαντος, αναλώσιμος, απλά επειδή δεν τα κατάφερε όσο οι άλλοι ή όσο περίμεναν οι γονείς του;
Την ίδια χρονιά, ξέσπασε και άλλη φωτιά. Ο πατέρας μου έχασε τη δουλειά του. Η σκιά της ανεργίας απλώθηκε στο σπίτι, μαζί με την ενοχή που έμπλεκε στα βλέμματα κι ανάμεσα στα λόγια. Το βράδυ, ξυπνούσα απ’ τους ψιθύρους των γονιών μου: “Δεν θα τα βγάλουμε πέρα. Η Ελένη πρέπει να σπουδάσει, ο Θανάσης…”.
Αισθανόμουν πως ήμουν το project της οικογένειας. Οι ελπίδες “επένδυαν” σε μένα – αν πετύχαινα, όλο το σπίτι θα δικαίωνε τον κόπο του· αν όχι, θα ήμουν εγώ ο λόγος αποτυχίας. Εκείνοι, όμως, δεν είδαν ποτέ τη μοναξιά μου. Το αίσθημα ότι δεν ανήκω πουθενά – ούτε στην δική μου οικογένεια πια.
Μια νύχτα, έγραψα στο ημερολόγιό μου: «Τι χρειάζεται για ν’ αξίζω; Πόσες φορές πρέπει να αποδείξω την αξία μου;». Είχα κουραστεί να ζυγίζω τον εαυτό μου στα μάτια των άλλων.
Ο σασμός επέβαλλε να μην ακούσω τον εαυτό μου. Στην Ελλάδα δεν σ’ αφήνει πάντα η κοινωνία να αμφισβητήσεις τα “πρέπει”. Όμως μέσα μου, ήξερα ότι δίνω μάχη — η μάχη ανάμεσα στην ανάγκη να αφήσω τους φόβους μου και τη λαχτάρα να με αποδεχτούν σαν άνθρωπο, όχι σαν επιτυχία ή αποτυχία.
Το καλοκαίρι εκείνο, η πανελλήνιες ήρθαν. Διαβάζοντας με πάθος αγγίζοντας χαοτικά όρια, είχα και στιγμές που ήθελα να τα παρατήσω όλα. Η μητέρα μου ερχόταν στο δωμάτιό μου, στάση τιμωρίας: «Μη νομίζεις ότι θα σε παίρνουν πάντα στα σοβαρά αν αποτύχεις. Σ’ αυτή τη χώρα, όλοι έχουν αξία μόνο όσο ανεβαίνουν».
Ήρθαν τα αποτελέσματα, δεύτερη επιλογή. Η κλασική της φράση: «Θα μπορούσες και καλύτερα». Ο πατέρας μου φίλησε το κεφάλι μου, αλλά το βλέμμα του έμεινε σφικτό. Ο Θανάσης, προς έκπληξή μου, μ’ αγκάλιασε. «Όπως και να ’χει, δική μας είσαι, και να το θυμάσαι».
Τα πανεπιστημιακά χρόνια έφεραν νέα σκοινιά: συγκατοίκηση με τυχαίους ανθρώπους, ανεργία, πρωινός καφές με νεράκι και κάρτα μετακίνησης που στραγγίξαμε από το επίδομα οικογενείας. Γνώρισα τον Δημήτρη – σερβιτόρος το πρωί, φοιτητής το βράδυ. Ζούσε στη Μενιδιά, δεν πέρασε ποτέ το 18 στα μαθήματα. «Έμαθα να ζω με λίγα κι ότι με αγαπούν όπως και να ’μαι. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι υπηρέτες στόχων. Τι φοβάσαι να χαθείς;», με ρώτησε ένα βράδυ, στα σκαλιά του Πολυτεχνείου. Δεν απάντησα – δάκρυσα μόνο.
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν η δουλειά μου μετά: χρόνια συμβάσεις, εσωτερική ανασφάλεια, η αίσθηση ότι ποτέ δεν είμαι στα αλήθεια μέρος κάπου. Όταν ζήτησα μόνιμη θέση, ο διευθυντής μου είπε: «Αν δεν διακριθείς, θα βρεις άλλους στη θέση σου. Εδώ δεν έχουμε χώρο για “μέτριους”». Η ίδια φωνή που μεγάλωνα – η ίδια κοινωνική λογική. Άξιος ή αναλώσιμος; Δεν υπάρχει γκρίζο.
Το οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής χειροτέρευε όσο περνούσαν τα χρόνια. Η μητέρα μου μιλούσε πλέον για “τα δικά μου λάθη”, ο πατέρας κοιτούσε το πάτωμα, ο Θανάσης έταζε την ελευθερία του κάπου στην Ικαρία και έλειπε συχνά. «Μα, όλοι δεν έχουν το ίδιο αξία;», είχα ρωτήσει. Η απάντηση: «Η αξία κερδίζεται. Δεν τη χαρίζει κανείς».
Μα είναι άραγε αυτή η ζωή; Να παλεύεις για μια θέση σε μια κοινωνία που ανά πάσα στιγμή μπορεί να σου πει «δεν αξίζεις», ακόμα και όταν έχεις αφιερώσει τόσα; Ν’ αποφεύγεις να φανείς αδύναμος, γιατί τότε κινδυνεύεις να σε πετάξουν εκτός;
Στην Ελλάδα, οι αξίες μας συμπλέκονται και συγκρούονται διαρκώς. Αναρωτιέμαι ακόμα αν η σταθερότητα δικαιολογεί την αδικία: Είναι άραγε δίκαιο να ψάχνουν όλοι για το πιο ισχυρό παιδί, αυτό που θα φέρει το «όνομα» στη φαμίλια, κι οι “λιγότεροι” να νιώθουν παρακατιανοί; Ποιος είναι ο αληθινός θρίαμβος;
Στο τέλος, έμαθα πως η αποδοχή ξεκινά πρώτα από μέσα μας. Μα πόσο εύκολο να αντισταθείς όταν φοβάσαι τόσο να μη σε δουν σαν τίποτα; Θα ήθελα να ακούσω αν και εσείς νιώσατε ποτέ έτσι. Πού τελειώνει η δικαιοσύνη και πού αρχίζει η δύναμη της αποδοχής;