«Μπαμπά… εγώ τα πάτησα»: Η νύχτα που ανακαλύψαμε ότι η κόρη μας ξόδεψε χιλιάδες ευρώ σε παιχνίδι και το σπίτι μας διαλύθηκε
«Τι είναι αυτά τα 186 ευρώ;» φώναξε ο Γιώργος από την κουζίνα, με το κινητό στο χέρι και το πρόσωπο άσπρο σαν τοίχο. «Και άλλα 94. Και άλλα 249; Μαρία, έλα εδώ τώρα.»
Ήμουν στον νεροχύτη, με τα πιάτα μισοτελειωμένα και το μυαλό μου στο πώς θα βγει ο μήνας. Μόλις είδα την οθόνη, μου κόπηκαν τα πόδια. Δεκάδες χρεώσεις. Μικρές και μεγάλες. Όλες από ένα παιχνίδι που έπαιζε η κόρη μας, η Ελένη.
Στην αρχή είπα το κλασικό. «Κάποιο λάθος θα είναι.»
Αλλά δεν ήταν λάθος.
Ο Γιώργος μπήκε στο σαλόνι απότομα. Η Ελένη ήταν στον καναπέ, κουλουριασμένη, με το τάμπλετ στα γόνατα.
«Ελένη, κοίτα με.»
Εκείνη σήκωσε τα μάτια αργά. «Τι έγινε;»
«Μη μου λες τι έγινε. Έκανες αγορές στο παιχνίδι;»
Την είδα να παγώνει. Έσφιξε τα χείλη, έσβησε την οθόνη και ψιθύρισε: «Λίγες…»
«Λίγες;» ούρλιαξε ο Γιώργος. «Έχουν φύγει χιλιάδες ευρώ!»
Η λέξη έσκασε στο δωμάτιο σαν χαστούκι. Χιλιάδες. Όχι εκατό, όχι διακόσια. Χιλιάδες. Τα χρήματα που κρατούσαμε για το ενοίκιο, για τη δόση του αυτοκινήτου, για τον ΕΝΦΙΑ που μας είχε έρθει και μας είχε γονατίσει.
Η Ελένη άρχισε να κλαίει αμέσως. Όχι θεατρικά. Εκείνο το πνιχτό κλάμα που βγαίνει όταν το παιδί καταλαβαίνει ξαφνικά ότι κάτι είναι πολύ πιο σοβαρό απ’ όσο νόμιζε.
«Δεν το ήξερα… νόμιζα ήταν μέσα στο παιχνίδι… νόμιζα ότι αφού το είχε αποθηκευμένο…»
«Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;» της πέταξα κι εγώ, και ακόμα ντρέπομαι για τον τόνο μου. «Πώς πατούσες συνέχεια χωρίς να ρωτήσεις;»
Με κοίταξε σαν να την είχα χαστουκίσει.
«Μαμά, ήθελα να κερδίσω. Όλοι είχαν καλύτερα πράγματα. Μου έβγαζε συνέχεια προσφορές. Έγραφε ότι τελειώνουν… και…»
Και τότε ο Γιώργος γύρισε σε μένα.
«Εσύ δεν έλεγες ότι “ας την, παιδί είναι”; Εσύ δεν έλεγες να μην της παίρνω το τάμπλετ; Να τώρα.»
Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Γιατί είχε δίκιο. Και άδικο μαζί. Ναι, εγώ ήμουν πιο μαλακή. Μεγάλωσα σε σπίτι με πολλές φωνές και ορκίστηκα πως η δική μου κόρη δεν θα με φοβάται. Αλλά κάπου μπέρδεψα τη ζεστασιά με την έλλειψη ορίων. Κι εκείνος, από την άλλη, όλο δούλευε. Πρωί συνεργείο, απόγευμα κάτι μερεμέτια όπου έβρισκε. Ήταν σπίτι και δεν ήταν. Κουρασμένος, νευρικός, με το κινητό στο χέρι να βλέπει λογαριασμούς.
«Μη μου τα ρίχνεις όλα εμένα, Γιώργο,» του είπα. «Η κάρτα ήταν περασμένη στον λογαριασμό σου μήνες τώρα και δεν το ήξερες ούτε εσύ.»
«Γιατί δεν φαντάστηκα ότι ένα παιδί δώδεκα χρονών θα μας αδειάσει τον λογαριασμό!»
Η Ελένη πετάχτηκε όρθια.
«Δεν σας άδειασα! Δεν το έκανα επίτηδες!»
Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει, έτρεμε ολόκληρη. «Εσείς όλο μαλώνετε για λεφτά. Όλο λέτε “δεν έχουμε, δεν έχουμε”, και όταν έπαιζα ξεχνούσα λίγο… Συγγνώμη…»
Εκεί έγινε η σιωπή. Η άσχημη. Η βαριά.
Γιατί αυτό δεν ήταν μόνο για τις αγορές. Ήταν για όλα όσα δεν βλέπαμε.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε κανείς. Ο Γιώργος πήρε τηλέφωνο την τράπεζα. Μετά την εταιρεία. Μερικές χρεώσεις μπορούσαν, ίσως, να αμφισβητηθούν, οι περισσότερες όχι. Η φωνή του είχε γίνει επίπεδη, σαν να είχε αδειάσει από μέσα του. Εγώ κάθισα έξω στο μπαλκόνι με μια ζακέτα και έκλαιγα σιωπηλά για να μην ακούσει η Ελένη.
Το επόμενο πρωί τη βρήκα στο δωμάτιό της χωρίς να έχει ανοίξει παντζούρια. Το τάμπλετ πάνω στο γραφείο. Μόνη της.
«Δεν θέλω να το ξαναδώ,» μου είπε.
Κάθισα δίπλα της. «Δεν είναι μόνο το τάμπλετ το θέμα, Ελένη.»
«Ξέρω. Είμαι κακή.»
«Όχι.» Της έπιασα το χέρι και τραβήχτηκε λίγο, μετά άφησε την παλάμη της μέσα στη δική μου. «Έκανες κάτι σοβαρό χωρίς να καταλαβαίνεις πόσο σοβαρό είναι. Κι εμείς κάναμε λάθη. Σου δώσαμε οθόνες αντί για χρόνο. Κανόνες μισούς. Προσοχή μισή.»
Το μεσημέρι κάτσαμε και οι τρεις στο τραπέζι, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά. Ο Γιώργος μίλησε πρώτος, πιο ήρεμα απ’ όσο περίμενα.
«Θα μπουν όρια. Τέλος οι κάρτες σε συσκευές. Τέλος οι αγορές χωρίς κωδικό. Συγκεκριμένες ώρες για παιχνίδι. Και θα βλέπουμε μαζί τι κατεβάζεις.»
Η Ελένη χαμήλωσε το κεφάλι. «Οκ.»
Μετά είπε κάτι που ακόμα με τρυπάει.
«Μόνο… μην είστε όλη μέρα θυμωμένοι μαζί μου. Δεν το αντέχω.»
Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο. Μετά σηκώθηκε, πήγε δίπλα της και της ακούμπησε τον ώμο αδέξια, όπως κάνει πάντα όταν συγκινείται και δεν ξέρει πώς να το δείξει.
«Είμαι θυμωμένος με αυτό που έγινε. Όχι με σένα. Αλλά πρέπει να το φτιάξουμε μαζί.»
Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Κόψαμε πράγματα. Αναβάλαμε το χωριό το καλοκαίρι. Εγώ έπιασα έξτρα ώρες σε ένα καθαριστήριο της γειτονιάς. Ο Γιώργος πήρε κι άλλη δουλειά τα Σάββατα. Και η Ελένη, όσο παιδί κι αν είναι, άρχισε να αλλάζει. Μας ρωτούσε, μας έδειχνε, ερχόταν πιο συχνά να κάτσει κοντά μας αντί να κλείνεται στην οθόνη.
Καμιά φορά τη νύχτα τη σκέφτομαι και σφίγγεται η καρδιά μου. Όχι μόνο για τα λεφτά. Για το πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί ένα παιδί μπροστά σου ενώ νομίζεις ότι είναι ασφαλές μέσα στο σπίτι.
Τελικά τι πονάει πιο πολύ; Τα χρήματα που χάθηκαν ή το ότι καταλάβαμε αργά πόσο είχαμε απομακρυνθεί;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μας; Θα βάζατε μόνο τιμωρία ή θα ξεκινούσατε από την αρχή μαζί με το παιδί σας;