«Όταν πέθανε ο άντρας μου, η πεθερά μου νόμιζε πως θα συνεχίσει να κυβερνά τη ζωή μου — τότε πήρα τα παιδιά μου και έφυγα»
«Αυτόν τον λογαριασμό θα τον πληρώσω εγώ, όπως πάντα. Αλλά τουλάχιστον μάθε να κρατάς ένα σπίτι σωστά, Μαρία.»
Το είπε μπροστά στα παιδιά μου, μέσα στην κουζίνα μου, με τον Γιάννη στο δωμάτιο να μην μπορεί πια ούτε να σηκωθεί χωρίς βοήθεια. Κρατούσα ένα ποτήρι νερό και ένιωσα το χέρι μου να τρέμει τόσο πολύ, που νόμιζα πως θα μου πέσει. Η Ελένη, η πεθερά μου, στεκόταν δίπλα στον νεροχύτη σαν να ήταν δικό της σπίτι. Και, για να λέμε και την αλήθεια, τόσα χρόνια έτσι φερόταν.
Στην αρχή το κατάπινα. «Για τα παιδιά το κάνω», έλεγα. Πλήρωνε τα αγγλικά της μικρής, τα μαθηματικά του μεγάλου, κάποιους μήνες έβαζε και το μισό ενοίκιο. Ο Γιάννης δούλευε σε συνεργείο στον Ρέντη, εγώ σε ένα κομμωτήριο στο Αιγάλεω, και πάντα κάτι έλειπε. Ένας λογαριασμός, ένα φροντιστήριο, ένα σούπερ μάρκετ που βγήκε παραπάνω. Και κάθε φορά που εκείνη «βοηθούσε», έπαιρνε μαζί και ένα κομμάτι από την αξιοπρέπειά μου.
«Τα παιδιά δεν γίνεται να τρώνε κατεψυγμένα.»
«Ο Νικόλας πρέπει να πάει και ποδόσφαιρο, όχι μόνο σχολείο.»
«Η μικρή βήχει γιατί δεν αερίζεις σωστά.»
Μικρές φράσεις. Κάθε μέρα. Σαν καρφιά. Ο Γιάννης έλεγε πάντα το ίδιο.
«Άσ’ τη, μωρέ μάνα είναι. Έτσι είναι ο χαρακτήρας της.»
Μόνο που δεν ήταν «χαρακτήρας». Ήταν έλεγχος. Και γινόταν χειρότερος όσο εμείς είχαμε ανάγκη.
Όταν ο Γιάννης έμαθε ότι έχει καρκίνο, σταμάτησε ο χρόνος. Θυμάμαι ακόμα το πλακάκι στο διάδρομο της κλινικής στο Περιστέρι, τα βήματά μου που δεν τα ένιωθα, και εκείνον να με κοιτάζει άδειος.
«Μαρία… θα πεθάνω;» μου ψιθύρισε στο αμάξι.
Δεν μπόρεσα να του απαντήσω. Μόνο του έπιασα το χέρι.
Από εκείνη τη μέρα η Ελένη μπήκε με φόρα στη ζωή μας. Όχι για να στηρίξει. Για να αναλάβει. Αυτή διάλεγε σε ποιον γιατρό θα πάμε, σε ποια ιδιωτική κλινική, ποια εξέταση «πρέπει» να γίνει, ακόμα κι αν κόστιζε μια περιουσία. Εγώ ήθελα να συζητάμε. Να αποφασίζουμε μαζί. Ήταν ο άντρας μου. Η ζωή μας. Τα λεφτά που είχαμε βάλει στην άκρη για τα παιδιά μας.
Αλλά εκείνη μιλούσε λες και ήμουν ξένη.
«Εγώ ξέρω καλύτερα. Αν περιμένουμε από σένα, θα τον χάσουμε.»
Το είπε αυτό. Και ο Γιάννης ήταν μπροστά.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του. Ντροπή. Κούραση. Και κάτι σαν παράκληση να μη γίνει καβγάς. Για χάρη του, σωπαίνεις. Και σωπαίνεις. Και μετά δεν αναγνωρίζεις τη φωνή σου.
Τους τελευταίους μήνες του, το σπίτι μας έγινε πέρασμα. Νοσηλευτές, χαρτιά, σακούλες από φαρμακεία, γνωστοί που τηλεφωνούσαν και έλεγαν «κουράγιο». Η Ελένη είχε μέχρι και τους φακέλους των καταθέσεών μας. «Για να μη χαθείτε», είπε. Στην ουσία διαχειριζόταν τα πάντα. Εγώ ρωτούσα για τα χρήματα από τον κοινό μας λογαριασμό και εκείνη απαντούσε κοφτά.
«Μην ασχολείσαι τώρα με αυτά.»
Μα πότε να ασχοληθώ; Όταν θα ήταν αργά;
Ο Γιάννης έφυγε ένα ξημέρωμα του Νοέμβρη. Έβρεχε. Τα παιδιά κοιμόντουσαν. Εγώ του κρατούσα το χέρι και ένιωσα, για πρώτη φορά στη ζωή μου, τι σημαίνει πραγματική σιωπή. Όχι ησυχία. Σιωπή. Αυτή που σε κόβει στα δύο.
Στην κηδεία στεκόμουν σαν ξένη μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Και μετά άρχισαν τα άλλα. Αυτά που δεν λέει κανείς όταν χάνεις τον άνθρωπό σου. Οι λογαριασμοί. Τα χαρτιά. Το σχολείο. Τα παιδιά που ξυπνούσαν τη νύχτα και φώναζαν «μπαμπά». Κι ανάμεσα σε όλα, η Ελένη.
«Θα συνεχίσω εγώ να πληρώνω, αλλά τα παιδιά θα μείνουν εδώ κοντά μου.»
«Το σπίτι πρέπει να λειτουργεί με πρόγραμμα.»
«Δεν μπορείς μόνη σου.»
Εκεί έσπασα.
Όχι με φωνές στην αρχή. Με κάτι πιο ήσυχο. Πιο καθαρό.
«Δεν θέλω άλλα λεφτά, κυρία Ελένη.»
Με κοίταξε και γέλασε νευρικά.
«Και πώς θα ζήσεις;»
«Θα δω.»
«Με τι; Με το μεροκάματο από το κομμωτήριο; Θα τραβολογάς τα παιδιά σαν ταλαιπωρία από γειτονιά σε γειτονιά;»
Εκεί ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.
«Καλύτερα ταλαιπωρία παρά αυτό που ζούσαμε.»
Σώπασε. Για δυο δευτερόλεπτα μόνο. Μετά άρχισε να κλαίει, να λέει πως είναι αχάριστο αυτό που κάνω, πως εκείνη μόνο βοήθησε, πως της παίρνω τα εγγόνια της. Ο Νικόλας στεκόταν πίσω από την πόρτα και άκουγε. Αυτό με διέλυσε πιο πολύ απ’ όλα.
Μέσα σε τρεις εβδομάδες βρήκα ένα μικρό δυάρι στον Κολωνό. Παλιό, με στενό μπαλκόνι και υγρασία στη γωνία του σαλονιού. Το ενοίκιο όμως έβγαινε. Έκοψα τα πολλά. Σταμάτησαν τα ιδιαίτερα, όχι τα αγγλικά τελείως αλλά πήγαμε σε πιο οικονομικό κέντρο. Έμαθα να μετράω μέχρι και το τελευταίο κέρμα στο σούπερ μάρκετ. Να λέω στα παιδιά «όχι αυτόν τον μήνα». Να γυρίζω σπίτι εξαντλημένη και να κάνω πως είμαι δυνατή.
Δεν ήταν εύκολο. Ούτε λίγο. Υπήρχαν βράδια που έκλαιγα σιωπηλά στο μπάνιο για να μη με ακούσουν. Υπήρχαν πρωινά που κοιτούσα τον λογαριασμό της ΔΕΗ και με έπιανε πανικός. Και ναι, υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκα να τηλεφωνήσω στην Ελένη και να πω «βοήθα με».
Αλλά μετά θυμόμουν το ύφος της. Τον τρόπο που έμπαινε στο σπίτι και έκρινε τα πάντα. Τον τρόπο που έκανε τον πόνο μου να μοιάζει ανικανότητα.
Τώρα έρχεται καμιά φορά να δει τα παιδιά. Κρατάω μια απόσταση. Ευγενική, αλλά καθαρή. Εκείνη ακόμα πετάει σπόντες.
«Αδυνάτισε η μικρή.»
«Ο Νικόλας θέλει πιο καλό φροντιστήριο.»
Δεν απαντάω όπως παλιά. Μόνο λέω: «Ό,τι γίνεται, γίνεται από μένα.»
Και ξέρετε κάτι; Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, αυτό το σπίτι, όσο μικρό κι αν είναι, είναι δικό μου. Ησυχάζω μέσα του. Ανασαίνω. Τα παιδιά γελάνε πιο ελεύθερα. Κι ας μην έχουμε πολλά.
Τελικά τι πονάει περισσότερο; Η φτώχεια ή η ζωή που σου πληρώνουν για να σε ελέγχουν;
Εσείς θα μένατε για την ασφάλεια ή θα φεύγατε για την αξιοπρέπεια;