«Μάνα, σε παρακαλώ… μη μιλήσεις»: Τα χρήματα που έδωσα κρυφά στον γιο μου έγιναν το ψέμα που διέλυσε το σπίτι μας
«Αν ανοίξεις το στόμα σου, μάνα, τελείωσα».
Αυτό μου είπε ο Στέλιος, όρθιος στην κουζίνα μου, με τα μάτια κόκκινα και τα χέρια να τρέμουν. Απέναντί του η καφετιέρα έβραζε και έκανε αυτόν τον γνώριμο θόρυβο, λες και τίποτα δεν συνέβαινε. Κι εγώ κρατούσα ακόμη στο χέρι μου τον φάκελο από την τράπεζα.
«Τι εννοείς τελείωσες;» του είπα. «Παιδί μου, έχασες τη δουλειά σου. Αυτό δεν είναι ντροπή. Ψέμα είναι να το κρύβεις».
Έβαλε τα δυο του χέρια στο πρόσωπο και λύγισε στην καρέκλα.
«Η Ειρήνη νομίζει ότι όλα είναι κανονικά. Ότι πηγαίνω γραφείο, ότι πληρώνομαι, ότι απλώς αργούν κάτι μπόνους. Αν της το πω τώρα, θα διαλυθούν όλα. Έχουμε νοίκι, δόση στο αμάξι, λογαριασμούς… Μάνα, μόνο για λίγο. Μέχρι να βρω κάτι άλλο».
Το «για λίγο» ήταν η αρχή της καταστροφής.
Του έδωσα οκτώ χιλιάδες ευρώ. Οικονομίες δικές μου και του μακαρίτη του άντρα μου. Λεφτά στην άκρη για μια ανάγκη, για ένα χειρουργείο ίσως, για τα γεράματα. Τα έβγαλα χωρίς να το πω σε κανέναν. Ούτε στην κόρη μου τη Βάσω. Ούτε στην Ειρήνη.
Κάθε πρωί ο Στέλιος ντυνόταν κανονικά. Πουκάμισο, ζώνη, το ίδιο μπλε μπουφάν. Έπινε μια γουλιά καφέ και έλεγε στην Ειρήνη «φιλιά, θα αργήσω σήμερα». Και μετά πάρκαρε δυο στενά πιο κάτω από το σπίτι μου και ανέβαινε σε μένα.
Καθόταν στον καναπέ και κοιτούσε αγγελίες στο κινητό. Καμιά φορά κοιμόταν. Άλλες φορές νευρίαζε χωρίς λόγο.
«Τίποτα δεν υπάρχει», μουρμούριζε. «Παντού γνωστοί, παντού μέσο, παντού μισθοί για γέλια».
Του έφτιαχνα φασολάκια, γεμιστά, κανένα τοστ. Έκανα τη μάνα. Αλλά κάθε μέρα ένιωθα πως λερωνόμουν λίγο περισσότερο.
Η Ειρήνη άρχισε να με κοιτάει αλλιώς. Στην αρχή δεν το κατάλαβα. Μετά το είδα καθαρά.
«Κυρία Άννα», μου είπε ένα βράδυ που είχα πάει στο σπίτι τους με λίγα ντολμαδάκια, «ο Στέλιος τελευταία δίνει χρήματα για το σπίτι πιο άνετα από πριν. Του πήγε τόσο καλά η δουλειά;»
Πάγωσα. Το πιάτο βάρυνε στα χέρια μου.
«Ε… δόξα τω Θεώ, παιδί μου, να ’ναι καλά» ψέλλισα.
Με κοίταξε για δυο δευτερόλεπτα παραπάνω. Ήξερε. Δεν ήξερε τι, αλλά ήξερε πως κάτι βρομούσε.
Από τότε άρχισαν οι μικρές μαχαιριές. Όχι φωνές. Χειρότερα. Εκείνη η ψυχρή ευγένεια.
«Μην κουράζεστε, θα τα κάνω εγώ».
«Όχι, δεν χρειάζεται να μας βοηθάτε άλλο».
«Ο Στέλιος είναι μεγάλος άνθρωπος, ξέρει».
Και ο Στέλιος; Αντί να σταματήσει, βούλιαζε πιο πολύ. Πήρε κι άλλη βοήθεια. Πεντακόσια εδώ, τριακόσια εκεί. «Μέχρι να κλείσει μια συνέντευξη». «Μέχρι να μπουν κάτι λεφτά». «Μέχρι, μέχρι…»
Μια μέρα τον είδα να κατεβαίνει από το αμάξι και να πετάει ένα τσαλακωμένο κουτί τσιγάρα στα νεύρα.
«Της φώναξες;» τον ρώτησα.
«Με πρήζει», είπε. «Ρωτάει συνέχεια, γιατί είμαι αλλού, γιατί δεν την αγγίζω, γιατί δεν βγαίνουμε. Τι να της πω; Ότι κάθομαι σαν αποτυχημένος όλη μέρα;»
Εκεί ήταν που έπρεπε να σταματήσω. Να του πω τέλος. Πες την αλήθεια. Αλλά δεν το έκανα. Και το κουβαλάω ακόμα αυτό.
Η αλήθεια βγήκε από το πιο χαζό πράγμα. Από μια απόδειξη σούπερ μάρκετ μέσα στην τσέπη του. Είχε ώρα 11:43 το πρωί, από κατάστημα δίπλα στο δικό μου σπίτι. Εκείνη την ώρα, υποτίθεται, ήταν στη δουλειά του στο Μαρούσι.
Η Ειρήνη δεν είπε τίποτα εκείνο το βράδυ. Ήρθε όμως σε μένα την επόμενη μέρα. Χτύπησε το κουδούνι τόσο δυνατά που τρόμαξα.
Μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει.
«Πόσο καιρό;» είπε μόνο.
Έκανα πως δεν καταλαβαίνω. Τραγικό, ε;
«Τι πράγμα, παιδί μου;»
Χτύπησε την απόδειξη στο τραπέζι.
«Πόσο καιρό ξέρετε ότι ο Στέλιος δεν δουλεύει; Και πόσο καιρό τον καλύπτετε;»
Δεν μπόρεσα να την κοιτάξω. Κάθισα στην καρέκλα σαν να μου κόπηκαν τα γόνατα.
«Τρεις μήνες», είπα σιγά.
Έκανε πίσω σαν να τη χτύπησα.
«Τρεις μήνες; Και με κοιτούσατε στα μάτια; Ερχόσασταν σπίτι μου, τρώγαμε μαζί, κι εγώ ήμουν η χαζή της υπόθεσης;»
«Δεν είσαι χαζή», της είπα. «Ήθελα να τον προστατεύσω».
«Όχι. Προστατεύσατε το ψέμα του».
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη φράση.
Το βράδυ έγινε χαμός. Η Ειρήνη τον περίμενε με την απόδειξη στο τραπέζι. Εγώ ήμουν εκεί, γιατί με πήρε ο Στέλιος πανικόβλητος. Λάθος μου, ίσως. Αλλά πήγα.
«Πες το», του είπε. Ήρεμα. Πολύ ήρεμα. «Μία φορά, χωρίς δικαιολογίες».
Ο Στέλιος έμεινε όρθιος, ακίνητος.
«Με απέλυσαν», είπε τελικά. «Την άνοιξη. Έκανα περικοπές η εταιρεία. Δεν ήθελα να στο πω».
«Δεν ήθελες ή δεν με θεωρούσες άξια να το αντέξω;»
Δεν απάντησε.
Και τότε γύρισε σε μένα.
«Κι εσείς;» είπε η Ειρήνη. «Εσείς είστε μάνα του, το καταλαβαίνω. Αλλά γιατί με αφήσατε να ζω σε ψέμα;»
Ήθελα να πω χίλια πράγματα. Ότι φοβήθηκα. Ότι τον είδα διαλυμένο. Ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του τον έχω πάντα μες στην έγνοια. Ότι οι μάνες καμιά φορά κάνουν κακό ενώ νομίζουν πως σώζουν. Αλλά βγήκε μόνο ένα:
«Συγγνώμη».
Η Ειρήνη μάζεψε λίγα ρούχα εκείνο το βράδυ και πήγε στην αδερφή της στο Περιστέρι. Ο Στέλιος δεν την κράτησε. Μόνο κάθισε στον καναπέ και κοίταζε το πάτωμα. Σα να είχε αδειάσει όλο το σπίτι από αέρα.
Πέρασαν εβδομάδες δύσκολες. Η Ειρήνη δεν σήκωνε τηλέφωνα. Η Βάσω έμαθε τα πάντα και μου είπε κατάμουτρα: «Τον κακομάθες. Και πλήγωσες μια κοπέλα που δεν σου έφταιξε». Πόνεσα, γιατί είχε δίκιο.
Ο Στέλιος βρήκε τελικά δουλειά σε μια αποθήκη στον Ασπρόπυργο. Άλλος μισθός, άλλες ώρες, άλλη ζωή. Για πρώτη φορά όμως τον είδα να σταματάει τα ψέματα. Πήγε μόνος του στην Ειρήνη. Της είπε τα πάντα, ακόμα και για τα λεφτά. Όλα.
Δεν γύρισε αμέσως. Του είπε πως η ανεργία δεν τη φόβισε ποτέ τόσο όσο η κοροϊδία. Κι είχε δίκιο κι εκείνη.
Τώρα μιλάμε λίγο, προσεκτικά, σαν να πατάμε σε γυαλιά. Εγώ μετράω τα χρήματα που χάθηκαν, αλλά πιο πολύ μετράω την εμπιστοσύνη που έσπασα με τα ίδια μου τα χέρια.
Αλήθεια, πότε η αγάπη της μάνας γίνεται συνενοχή;
Και εσείς… θα λέγατε την αλήθεια από την πρώτη στιγμή ή θα κάνατε το ίδιο λάθος με μένα;