Στα 40 του άντρα μου, μέσα σε μια ταβέρνα γεμάτη συγγενείς, έμαθα μπροστά σε όλους ότι είχε άλλη γυναίκα εδώ και έναν χρόνο
«Μην το τραβάς σήμερα, σε παρακαλώ», μου ψιθύρισε ο Μανώλης σφίγγοντας το μπράτσο μου κάτω από το τραπέζι, την ώρα που η ορχήστρα έπαιζε ένα παλιό λαϊκό και η αδερφή του ετοίμαζε την τούρτα.
Τον κοίταξα και ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Δεν είχα πιει ούτε γουλιά κρασί και όμως ζαλιζόμουν. Όλο το βράδυ γελούσε πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε, κοιτούσε συνέχεια το κινητό του και κάθε φορά που το άγγιζε, το γύριζε ανάποδα. Σαράντα χρόνων γινόταν. Και εγώ, η γυναίκα του δεκατρία χρόνια, καθόμουν απέναντί του σαν ξένη.
Η ταβέρνα ήταν γεμάτη. Γονείς, ξαδέρφια, φίλοι από τη δουλειά, γείτονες. Τα παιδιά μας είχαν μείνει στη μητέρα μου για να «χαρούμε λίγο σαν μεγάλοι». Θυμάμαι τη μυρωδιά από το ψητό χοιρινό, τα πιάτα με τις πατάτες, το βουητό από τις φωνές. Όλα τόσο κανονικά. Και εγώ μέσα μου να διαλύομαι.
Εδώ και μήνες κάτι είχε αλλάξει. Ο Μανώλης γύρναγε αργά. Έλεγε για δουλειές, για πελάτες, για πίεση. Είχαμε μαγαζί με υδραυλικά είδη, δεν ήμασταν ποτέ άνετοι οικονομικά, αλλά ξαφνικά άρχισαν τα «έξοδα» που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μια απόδειξη από ξενοδοχείο στο Ναύπλιο. Ένα γυναικείο σκουλαρίκι στο αμάξι. Κλήσεις αργά το βράδυ που τις έκλεινε πριν προλάβω να δω όνομα.
Όταν τον ρώτησα πρώτη φορά, γέλασε.
«Σοβαρά τώρα, Ελένη; Τέτοια ζηλοτυπία; Στα σαράντα μου;»
Τη δεύτερη φορά θύμωσε.
«Έχω το κεφάλι μου καζάνι και εσύ ψάχνεις φαντάσματα.»
Την τρίτη φορά δεν είπε τίποτα. Αυτό ήταν που με τρόμαξε πιο πολύ.
Εκείνο το βράδυ είχα αποφασίσει πως θα τον ρωτούσα μπροστά σε όλους μόνο αν με ανάγκαζε. Δεν ήθελα να κάνω σκηνή. Δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Η πεθερά μου έφερε την τούρτα με τα σαράντα κεράκια και φώναξε:
«Άντε, να τον χαιρόμαστε! Και του χρόνου με υγεία!»
Όλοι σηκώθηκαν. Χειροκροτήματα. Κινητά στον αέρα. Ο Μανώλης χαμογελούσε εκείνο το χαμόγελο το πλατύ, το κοινωνικό, που κάποτε με έκανε να λιώνω και τώρα μου φαινόταν ψεύτικο.
Τότε άνοιξε η πόρτα της ταβέρνας.
Μπήκε μια γυναίκα γύρω στα τριάντα πέντε, με μαύρο φόρεμα και μάτια κατακόκκινα, σαν να είχε κλάψει πριν λίγο. Στάθηκε στην είσοδο για μισό δευτερόλεπτο και μετά είπε δυνατά:
«Χρόνια πολλά, Μανώλη.»
Έπεσε μια σιωπή τόσο βαριά που άκουγα τα ποτήρια να τρίζουν.
Ο Μανώλης άσπρισε. Το είδα. Το είδαν όλοι.
«Κυριακή;» ψέλλισε.
Δεν ήξερα ποια ήταν. Αλλά μόλις είπε το όνομά της, το κατάλαβα πριν μιλήσει ξανά. Το σώμα μου το κατάλαβε πρώτο. Μουδιάσαν τα χέρια μου.
Η γυναίκα προχώρησε δύο βήματα.
«Αφού δεν είχες το θάρρος να το πεις εσύ, θα το πω εγώ. Είμαστε μαζί έναν χρόνο. Και μου έλεγες ότι θα της το πεις μετά τα γενέθλια.»
Νόμιζα ότι κάποιος με χτύπησε στο στήθος. Δεν έκλαψα αμέσως. Αυτό είναι το περίεργο. Απλώς την κοίταζα.
Η αδερφή του Μανώλη άφησε την τούρτα απότομα στο τραπέζι.
«Τι είναι αυτά, κοπέλα μου;» είπε.
Η πεθερά μου σταυροκοπιόταν.
Ο πεθερός μου χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.
«Μανώλη, μίλα!»
Κι εκείνος… σιωπή. Μόνο κοιτούσε κάτω.
Γύρισα και του είπα χαμηλά, αλλά ακούστηκα πιο πολύ απ’ όσο ήθελα.
«Αλήθεια είναι; Πες μου τώρα. Μπροστά σε όλους. Αλήθεια είναι;»
Έτριψε το μέτωπό του, σαν να τον ενοχλούσε φως.
«Ελένη, δεν είναι η στιγμή…»
«Ποια είναι η στιγμή; Στην τούρτα ή στον καφέ;»
Η φωνή μου έσπασε εκεί. Και τότε ήρθαν τα δάκρυα, όχι ήσυχα, όχι όμορφα, αλλά σαν να έσπασε μέσα μου ένας σωλήνας που καιρό έτριζε.
Η Κυριακή έβγαλε από την τσάντα της το κινητό.
«Έχω μηνύματα, έχω φωτογραφίες, έχω τα πάντα. Δεν ήρθα να τσακωθώ μαζί σου», μου είπε. «Ήρθα γιατί με κορόιδευε κι εμένα. Μου έλεγε ότι ο γάμος σας έχει τελειώσει.»
Την πίστεψα αμέσως. Αυτό ήταν το πιο humiliating, που λέμε… ούτε καν χρειάστηκε απόδειξη. Το ήξερα ήδη.
Σηκώθηκα τόσο απότομα που έπεσε η καρέκλα πίσω μου. Η καρδιά μου χτυπούσε στ’ αυτιά μου.
«Έναν χρόνο;» του είπα. «Έναν χρόνο γυρνούσες σπίτι, έπαιζες με τα παιδιά σου, με φιλούσες και μετά έγραφες σε άλλη;»
Δεν απάντησε.
«Μίλα!» φώναξε ο αδερφός μου από την άλλη άκρη.
Και τότε ο Μανώλης είπε το χειρότερο απ’ όλα.
«Δεν ήθελα να γίνει έτσι.»
Όχι “συγγνώμη”. Όχι “έκανα λάθος”. Μόνο αυτό. Σαν να ήταν το πρόβλημα ο τρόπος και όχι η προδοσία.
Πήρα την τσάντα μου και βγήκα έξω. Η ζέστη του Ιουλίου με χτύπησε στο πρόσωπο, μαζί με τη μυρωδιά από γιασεμί της διπλανής αυλής. Από μέσα ακόμα ακούγονταν φωνές. Η μάνα του έκλαιγε. Κάποιος έλεγε «σκεφτείτε τα παιδιά». Πάντα τα παιδιά. Ποτέ εμένα εκείνη την ώρα.
Ο Μανώλης βγήκε μετά από λίγο.
«Ελένη, άκουσέ με…»
«Όχι. Τώρα θα ακούσεις εσύ.»
Γύρισε να με κοιτάξει και για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν είδα τον άντρα μου. Είδα έναν άνθρωπο που με άφησε να αμφιβάλλω για το ένστικτό μου, να νιώθω τρελή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
«Αν ήσουν δυστυχισμένος, να μου το έλεγες. Αν δεν με ήθελες, να έφευγες. Αλλά με έκανες ρεζίλι μπροστά σε όλους και, χειρότερα, με κορόιδευες κάθε μέρα μέσα στο σπίτι μου.»
Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο.
«Έκανα βλακεία. Δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ.»
«Μια φορά δεν ήταν. Έναν χρόνο ήταν επιλογή.»
Εκεί έμεινε σιωπηλός.
Γύρισα στη μητέρα μου εκείνο το βράδυ και κοιμήθηκα δίπλα στα παιδιά μου. Ο μικρός με αγκάλιασε στον ύπνο του χωρίς να ξέρει τίποτα, και εγώ έκλαιγα αθόρυβα στο μαξιλάρι για να μην τον ξυπνήσω.
Από τότε έχουν περάσει τρεις μήνες. Ο Μανώλης ζητάει να τα ξαναβρούμε. Οι δικοί του λένε να μη διαλύσω το σπίτι μου. Η δική μου μάνα λέει «η αξιοπρέπεια πάνω απ’ όλα». Εγώ είμαι κάπου στη μέση, με δύο παιδιά, δάνειο, ένα μαγαζί μπερδεμένο και μια καρδιά που δεν ξέρω αν μπορεί να ξανακολλήσει.
Μερικές μέρες λέω να παλέψω για την οικογένεια. Άλλες, θυμάμαι εκείνη την πόρτα να ανοίγει, εκείνη τη φωνή να λέει «είμαστε μαζί έναν χρόνο», και κάτι μέσα μου παγώνει πάλι.
Πες μου ειλικρινά… εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε μια τέτοια προδοσία ή όταν σπάσει έτσι η εμπιστοσύνη δεν ξαναχτίζεται ποτέ;
Και τελικά τι κρατάει μια οικογένεια όρθια; Η αγάπη ή η ανοχή;