«Στις δύο τα ξημερώματα, η πεθερά μου μού είπε πως δεν μεγαλώνω σωστά τα παιδιά μου — και τότε κατάλαβα τι πραγματικά φοβόταν»
«Αυτά δεν είναι πράγματα για μάνα».
Το είπε χαμηλόφωνα, αλλά έκοψε τον αέρα της κουζίνας σαν μαχαίρι. Ήταν σχεδόν δύο το πρωί. Εγώ στεκόμουν μπροστά στον νεροχύτη με το τάπερ στο χέρι, μισοάδεια μάτια, το πουκάμισο ακόμη τσαλακωμένο από τη δουλειά, και η Ευανθία, η πεθερά μου, καθόταν στο τραπέζι με τα χέρια σταυρωμένα.
Ο Στέφανος κοιμόταν στον καναπέ με την τηλεόραση ανοιχτή χωρίς ήχο. Η μικρή μας, η Μυρτώ, είχε μόλις ξυπνήσει με βήχα και την είχα κοιμίσει πάλι πριν δέκα λεπτά. Ο μεγάλος, ο Αντρέας, είχε σχολείο το πρωί. Κι εγώ είχα γυρίσει σπίτι στις έντεκα παρά τέταρτο από το λογιστικό γραφείο, μετά από κλείσιμο μήνα.
Γύρισα και την κοίταξα.
«Συγγνώμη;»
Σήκωσε τους ώμους.
«Το παιδί βήχει τρεις μέρες. Αν ήσουν εδώ, θα το είχες προσέξει νωρίτερα. Αλλά εσύ όλο τρέχεις. Δουλειά, κινητό, υποχρεώσεις. Το σπίτι δεν είναι εταιρεία, Μαρία».
Το όνομά μου στο στόμα της ακουγόταν πάντα σαν παρατήρηση.
Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ποτέ δεν ήταν η πρώτη φορά. Από τότε που παντρεύτηκα τον Στέφανο, η Ευανθία είχε έναν τρόπο να με καρφώνει χωρίς να υψώνει τόνο. «Εγώ αλλιώς τα έκανα». «Στην εποχή μας οι μάνες ήξεραν». «Τα παιδιά θέλουν τη μάνα τους, όχι ξένες γυναίκες». Οι «ξένες γυναίκες» ήταν ο παιδικός σταθμός, η babysitter δυο φορές την εβδομάδα, καμιά φορά και η αδελφή μου η Κατερίνα.
Άφησα το τάπερ λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε στον πάγκο.
«Το παιδί το πρόσεξα. Το πήγα παιδίατρο χθες. Έχει απλό συνάχι. Και ναι, δουλεύω. Γιατί ο δανεισμός δεν πληρώνεται μόνος του, ούτε το σούπερ μάρκετ, ούτε η ΔΕΗ».
Η Ευανθία γέλασε εκείνο το μικρό, στεγνό γέλιο που με έκανε να σφίγγω τα δόντια.
«Πάντα λεφτά. Πάντα αυτή η δικαιολογία. Εγώ μεγάλωσα παιδί με έναν μισθό και δεν έλειψα ούτε μέρα».
«Ναι; Και σε ποια χρονιά;» της πέταξα. «Γιατί τώρα με ένα μισθό δεν βγαίνει ούτε το ενοίκιο, μάλλον ούτε καν. Και, να σου πω και κάτι; Δεν θα απολογούμαι επειδή θέλω να έχω δουλειά και να μην παρακαλάω κανέναν».
Το πρόσωπό της σκλήρυνε.
«Κανέναν; Ούτε τον άντρα σου; Αυτό είναι οικογένεια για σένα; Ο καθένας μόνος του;»
Εκεί άκουσα τον εαυτό μου να ανεβαίνει πριν καν το καταλάβω.
«Ο άντρας μου είναι και δικός σου γιος, το ξέρω, το νιώθω κάθε μέρα. Γιατί σε όλα έχεις γνώμη. Για το τι θα φάνε, τι θα φορέσουν, αν θα πάνε αγγλικά, αν η Μυρτώ πρέπει να κοιμάται μόνη της, αν εγώ είμαι αρκετή μάνα. Φτάνει πια!»
Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα έτριξε στα πλακάκια.
«Αγωνιώ για το σπίτι του παιδιού μου! Αυτό κάνω. Γιατί εσύ έχεις άλλες προτεραιότητες».
«Όχι», της είπα, και η φωνή μου έσπασε. «Εσύ φοβάσαι ότι δεν σε χρειαζόμαστε όσο παλιά».
Πάγωσε.
Για πρώτη φορά, δεν είχε έτοιμη απάντηση.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν το ψυγείο και κάτι μηχανάκια απ’ έξω στον δρόμο. Η κουζίνα μύριζε χαμομήλι και κοκκινιστό από το μεσημέρι. Ένιωσα ξαφνικά εξαντλημένη. Όχι μόνο από εκείνο το βράδυ. Από μήνες. Από χρόνια ίσως.
Η Ευανθία ακούμπησε την παλάμη της στην πλάτη της καρέκλας.
«Νομίζεις πως είναι εύκολο;» είπε πιο σιγά. «Να βλέπεις τον γιο σου να έχει τη ζωή του και να μην ξέρεις πού χωράς; Να πας να μιλήσεις και να σε κοιτάνε σαν να ενοχλείς;»
Δεν απάντησα. Γιατί μέσα στα νεύρα μου, κάτι εκεί με χτύπησε.
Συνέχισε, αυτή τη φορά χωρίς ειρωνεία.
«Όταν πέθανε ο Γιώργος, ο άντρας μου, ο Στέφανος ήταν δεκαεννιά. Δούλευα σε ραφείο το πρωί και καθάριζα σκάλες το απόγευμα. Τα έκανα όλα μόνη. Έμαθα να είμαι απαραίτητη. Αν δεν ήμουν εγώ, δεν κουνιόταν τίποτα. Και τώρα… τώρα μπαίνω εδώ και νιώθω πως περισσεύω. Σαν παλιά φωτογραφία πάνω στο ψυγείο».
Δεν ξέρω γιατί, αλλά τότε κάθισα.
Απέναντί της.
«Κι εγώ νιώθω ότι με κρίνεις πριν καν ανοίξω το στόμα μου», της είπα. «Γυρίζω κομμένη από τη δουλειά, έχω τύψεις που λείπω, τύψεις που όταν είμαι εδώ είμαι κουρασμένη, τύψεις επειδή κάποιες μέρες δεν έχω κουράγιο ούτε να παίξω όπως θέλω με τα παιδιά. Και μετά ακούω κι από πάνω ότι δεν είμαι αρκετή».
Τα μάτια της γυάλισαν, αλλά δεν έκλαψε. Ούτε εγώ. Ήμασταν και οι δυο πολύ πεισματάρες γι’ αυτό.
Τότε ακούστηκε ένα μικρό κλάμα από το παιδικό δωμάτιο. Η Μυρτώ.
Σηκωθήκαμε σχεδόν μαζί, σαν από ένστικτο. Πήγαμε μέσα αθόρυβα. Η μικρή είχε ξεσκεπαστεί και ψηνόταν λίγο. Πριν προλάβω να τη σκεπάσω, η Ευανθία της χάιδεψε τα μαλλιά τόσο τρυφερά που μου έσφιξε η καρδιά.
Η Μυρτώ μισάνοιξε τα μάτια.
«Γιαγιά…» ψιθύρισε.
Και μετά άπλωσε το χεράκι της και προς εμένα.
«Μαμά».
Σταθήκαμε και οι δύο εκεί, η μία δίπλα στην άλλη, χωρίς να μιλάμε. Η μικρή έπιασε τα δάχτυλά μας μαζί και ξανακοιμήθηκε έτσι. Ήταν μια τόσο μικρή κίνηση, κι όμως λες και μας ξεγύμνωσε.
Στο σαλόνι, λίγο αργότερα, η Ευανθία μου είπε χαμηλά:
«Δεν θέλω να σου πάρω τη θέση. Απλώς… μην μου κλείνεις την πόρτα».
Της είπα κι εγώ την αλήθεια μου.
«Μην μου μιλάς σαν να αποτυγχάνω. Ζήτα να βοηθήσεις, μην με ακυρώνεις».
Έγνεψε. Όχι θερμά. Όχι σαν θαύμα. Αλλά αληθινά.
Από εκείνο το βράδυ δεν γίναμε ξαφνικά αγαπημένες. Μην πω ψέματα. Ακόμα πετάει καμιά φορά το «εγώ αλλιώς τα ξέρω». Ακόμα κι εγώ μερικές φορές στραβώνω πριν ακούσω τι θέλει να πει. Αλλά τώρα, όταν διαφωνούμε, υπάρχει κάτι που δεν υπήρχε πριν: μια χαραμάδα κατανόησης.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο μέσα σε μια οικογένεια. Όχι να συμφωνείς πάντα. Αλλά να βλέπεις τον φόβο πίσω από τις άμυνες.
Πείτε μου ειλικρινά… εσείς θα αντέχατε τόσα χρόνια τέτοια πίεση χωρίς να σπάσετε;
Και πόσες φορές, άραγε, ο θυμός κρύβει απλώς τον φόβο ότι δεν μας χρειάζονται πια;