«Με άφησε μετά από 25 χρόνια για μια μικρότερη — κι όταν γύρισε, δεν ήμουν πια η ίδια γυναίκα»
«Μη με κοιτάς έτσι, Ελένη. Τελείωσε».
Το είπε στην κουζίνα μας, δίπλα στο ταψί με τα γεμιστά που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο. Ακόμα θυμάμαι τη μυρωδιά του μαϊντανού και της ντομάτας, και πώς μου ήρθε αναγούλα εκείνη τη στιγμή. Στα χέρια μου κρατούσα την πετσέτα και τον κοιτούσα σαν να μιλούσε σε άλλη.
«Τι τελείωσε;» ψιθύρισα.
Ο Γιάννης ούτε κάθισε. Είχε αυτό το ύφος του ανθρώπου που έχει κάνει πρόβα τα λόγια του στον καθρέφτη.
«Δεν είμαι καλά εδώ και καιρό. Γνώρισα κάποια. Θέλω να φύγω».
Κάποια. Σαν να έλεγε για ένα μαγαζί, για ένα αυτοκίνητο, όχι για γυναίκα. Όταν έμαθα ποια ήταν, μου κόπηκαν τα γόνατα. Η Μαρίνα. Τριάντα δύο χρονών. Σχεδόν συνομήλικη με την κόρη μας, τη Δάφνη.
Δεν έκλαψα τότε. Αυτό είναι το περίεργο. Μόνο άκουγα το ρολόι του τοίχου και ένα σκυλί να γαβγίζει από το απέναντι μπαλκόνι. Και μετά τον εαυτό μου να λέει:
«Φύγε, λοιπόν. Αλλά μη μου λες ψέματα ότι το αποφάσισες σήμερα».
Κατέβασε τα μάτια. Εκεί κατάλαβα πως όλο αυτό κρατούσε καιρό.
Σε μια εβδομάδα είχε αδειάσει η μισή ντουλάπα. Σε δύο, το ήξεραν όλοι. Στη γειτονιά, στο σούπερ μάρκετ, ακόμα και στο φαρμακείο. Η Ελλάδα δεν θέλει πολύ. Μια πολυκατοικία, δυο καφέδες και τρεις “καλοπροαίρετες” φίλες αρκούν.
«Κουράγιο, Ελένη», μου είπε η Βούλα από τον τρίτο, με εκείνο το βλέμμα που στάζει λύπηση και περιέργεια μαζί.
Η χειρότερη στιγμή δεν ήταν όταν έφυγε. Ήταν όταν άρχισαν οι ψίθυροι.
«Ε, κάτι θα του έλειπε κι εκείνου…»
«Άντρας είναι…»
«Και η άλλη νέα, τι να κάνει; Τον τύλιξε».
Λες και ο Γιάννης ήταν παιδάκι και όχι πενηνταπεντάρης άνθρωπος με δυο παιδιά, δάνειο, υποχρεώσεις και ζωή ολόκληρη πίσω του.
Τα βράδια καθόμουν στο σαλόνι χωρίς τηλεόραση. Άκουγα το ψυγείο, τα αμάξια απ’ έξω, τα βήματα της από πάνω. Το κρεβάτι μού φαινόταν τεράστιο. Απλωνόμουν και δεν έβρισκα κανέναν. Αυτό πονάει αλλιώς, να ξέρετε. Όχι μόνο η προδοσία. Η συνήθεια που σου ξεριζώνουν.
Η Δάφνη ήρθε πρώτη.
«Μαμά, δεν θα τον δικαιολογήσω. Ό,τι και να νιώθει, αυτό που έκανε είναι ντροπή».
Ο μικρός μου, ο Στέλιος —μικρός δηλαδή, τριάντα χρονών άνθρωπος— ήταν πιο σιωπηλός. Μου έφτιαξε τον θερμοσίφωνα, πήγε στην τράπεζα μαζί μου, άλλαξε την κλειδαριά χωρίς να με ρωτήσει.
«Για καλό και για κακό», είπε μόνο.
Εγώ τότε θύμωσα.
«Πατέρας σου είναι».
Με κοίταξε ίσια.
«Και εσύ μάνα μου είσαι».
Αυτή η φράση με έσπασε. Εκεί έκλαψα πρώτη φορά, με λυγμούς, σαν να άνοιξε μέσα μου μια βρύση που είχε κολλήσει μήνες.
Τα οικονομικά ήταν άλλο μαρτύριο. Ο Γιάννης πάντα τα κανόνιζε όλα. Δόσεις, λογαριασμοί, εφορία. Εγώ ήξερα τα βασικά, αλλά όχι πολλά. Ντρεπόμουν που το λέω, μα έτσι ήταν. Για χρόνια είχα μάθει να εμπιστεύομαι. Και ξαφνικά έπρεπε να μάθω από την αρχή.
Έπιασα δουλειά σε ένα μικρό ραφείο στο Παγκράτι, σε μια παλιά γνωστή της ξαδέρφης μου. Δεν ήταν όνειρο, ούτε εύκολο. Τα μάτια μου πονούσαν από τις κλωστές και τα δάχτυλά μου γέμιζαν σημαδάκια από τις καρφίτσες. Αλλά γύριζα σπίτι κουρασμένη και λίγο πιο όρθια.
Σιγά σιγά άλλαξα κι εγώ. Έκοψα τα μαλλιά μου κοντά. Πήρα δυο γλάστρες για το μπαλκόνι. Έμαθα να πληρώνω μόνη μου λογαριασμούς από το κινητό και να μη με πιάνει πανικός. Άρχισα να βγαίνω καμιά φορά για καφέ με τη φίλη μου τη Σοφία χωρίς να νιώθω ενοχές. Μικρά πράγματα. Αλλά ήταν δικά μου.
Ο Γιάννης στο μεταξύ ανέβαζε φωτογραφίες από ταβέρνες, εκδρομές, παραλίες. Τον έβλεπα τυχαία από κοινούς γνωστούς και κάθε φορά κάτι μέσα μου τσιτωνόταν. Όχι από έρωτα. Από ταπείνωση. Σαν να διαλαλούσε ότι εγώ ήμουν το παλιό και η άλλη το καινούργιο.
Κράτησε ενάμιση χρόνο.
Ένα βράδυ του Νοέμβρη, με βροχή, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα και τον είδα στην πόρτα. Μούσκεμα. Πιο γερασμένος. Τα μάτια του κουρασμένα.
«Μπορώ να μπω λίγο;» είπε.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά έκανα στην άκρη.
Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας. Στην ίδια κουζίνα. Κοίταζε τα χέρια του.
«Έκανα λάθος, Ελένη».
Δεν μίλησα.
«Δεν ήταν αυτό που νόμιζα. Με τη Μαρίνα τελείωσε. Δεν… δεν ήξερα τι πέταγα».
Πέταγα. Έτσι το είπε. Σαν να ήμουν αντικείμενο που το άφησε και μετά το μετάνιωσε.
«Τα παιδιά δεν μου μιλάνε όπως πριν», συνέχισε. «Το σπίτι μού λείπει. Εσύ μού λείπεις. Μπορούμε να το ξαναδούμε; Στα τόσα χρόνια δεν αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία;»
Τον κοίταξα και για πρώτη φορά δεν είδα τον άντρα που φοβόμουν μην χάσω. Είδα έναν άνθρωπο που γύρισε όχι επειδή με κατάλαβε, αλλά επειδή έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του.
«Όταν έφυγες», του είπα ήρεμα, «δεν πήρες μόνο βαλίτσες. Πήρες την αξιοπρέπειά μου, την ασφάλειά μου, την εμπιστοσύνη μου. Και με άφησες να με μαζέψω μόνη μου».
Πήγε να μιλήσει.
«Όχι, άσε με. Τώρα θα με ακούσεις εσύ. Περίμενα μήνες να χτυπήσει η πόρτα και να μου πεις ότι ήταν ψέμα. Μετά περίμενα να περάσει ο πόνος. Μετά έμαθα να ζω. Και ξέρεις κάτι; Τα κατάφερα. Δύσκολα, στραβά, με φόβο… αλλά τα κατάφερα».
Τα μάτια του γέμισαν.
«Δεν υπάρχει τίποτα;» ρώτησε χαμηλά.
Πήρα μια ανάσα.
«Υπάρχω εγώ. Και για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, αυτό μου αρκεί».
Έσκυψε το κεφάλι. Σηκώθηκε αργά. Πριν φύγει, κοίταξε γύρω την κουζίνα, τις γλάστρες στο παράθυρο, το καινούργιο τραπεζομάντιλο που είχα πάρει από τη λαϊκή. Σαν να έβλεπε ένα σπίτι γνώριμο, αλλά όχι πια δικό του.
Όταν έκλεισε η πόρτα, δεν κατέρρευσα. Δεν έτρεξα πίσω του. Έβαλα νερό να ζεσταθεί για χαμομήλι και κάθισα ήσυχα. Έξω έβρεχε ακόμα, αλλά μέσα μου είχε κοπάσει.
Τελικά, πόσα μπορεί να αντέξει μια γυναίκα μέχρι να θυμηθεί την αξία της;
Και αν ερχόταν η δική σας χαμένη ζωή πίσω στην πόρτα, θα της ανοίγατε ξανά;