Στα σαράντα δύο μου ζήτησα διαζύγιο, αλλά η αλήθεια είναι πως ο γάμος μου είχε τελειώσει από τότε που άφησα την πρώτη μου αγάπη για να μη στενοχωρήσω τη μάνα μου
«Θα το διαλύσεις το σπίτι σου στα σαράντα δύο; Για ποια;» ούρλιαζε η αδερφή μου στην κουζίνα της μάνας μου, κι εκείνη καθόταν δίπλα στο τραπέζι με τα χέρια σταυρωμένα, παγωμένη, σαν να είχε ήδη βγάλει απόφαση.
Δεν απάντησα αμέσως. Άκουγα μόνο το ρολόι στον τοίχο και το κουτάλι που χτυπούσε νευρικά στο ποτήρι του νερού.
«Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα», είπα τελικά.
Η μάνα μου γέλασε εκείνο το ξερό γέλιο που μου πάγωνε το στομάχι από παιδί.
«Άντρας δεν φεύγει από το σπίτι του έτσι. Κάτι κρύβεις.»
Κι εκεί ήταν όλο το πρόβλημα της ζωής μου. Πάντα κάτι έκρυβα. Από φόβο. Από ντροπή. Από ανάγκη να μη χαλάσω το χατίρι κανενός.
Την πρώτη φορά το έκανα στα είκοσι πέντε μου, όταν σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη και ήμουν ερωτευμένος με τη Δέσποινα. Τη γνώρισα στη σχολή. Ήταν από επαρχία, είχε έρθει με νοίκι και συγκάτοικο, δούλευε και σε καφέ για να τα βγάζει πέρα. Είχε εκείνο το καθαρό βλέμμα που σε ξεγυμνώνει χωρίς να σε προσβάλλει.
Την πήγα μια φορά σπίτι, στην Τούμπα, και το κατάλαβα από το πρώτο πεντάλεπτο.
Η μάνα μου την κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω.
«Και τι δουλειά κάνουν οι γονείς σου;» τη ρώτησε.
Η Δέσποινα χαμογέλασε αμήχανα. «Ο πατέρας μου ήταν οδηγός, η μάνα μου στο σπίτι.»
«Μάλιστα», είπε η μάνα μου. Εκείνο το “μάλιστα” έκρυβε ολόκληρη καταδίκη.
Μετά άρχισαν τα γνωστά. Κυριακές με μουρμούρα. «Άλλη δεν έβρισκες;» «Από πού είναι αυτή;» «Τι προοπτικές έχει;» «Εμείς Πόντιοι είμαστε, έχουμε άλλη νοοτροπία.»
Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ. Έσκυβε στο πιάτο του. Κι εγώ το ίδιο.
Η Δέσποινα μου έλεγε:
«Αν θες να είμαστε μαζί, να είμαστε μαζί. Αλλά όχι μισοί.»
Δεν στάθηκα. Δεν είπα “ως εδώ”. Της είπα εκείνη τη φριχτή, άνανδρη φράση: «Δεν γίνεται τώρα, είναι δύσκολα τα πράγματα». Ακόμα τη θυμάμαι να με κοιτάζει λες και της τράβηξα το πάτωμα κάτω από τα πόδια.
Μετά γνώρισα τη Σοφία. Καλή γυναίκα. Νοικοκυρεμένη, ήρεμη, από “σωστή οικογένεια”, όπως έλεγε η μάνα μου. Παντρευτήκαμε, μείναμε σε ένα διαμέρισμα στην Τούμπα, κάναμε δύο παιδιά. Πλήρωνα δόσεις, λογαριασμούς, φροντιστήρια. Πήγαινα δουλειά, γύριζα σπίτι, βλέπαμε τηλεόραση, κοιμόμασταν πλάτη με πλάτη.
Δεν ήμασταν δυστυχισμένοι με φασαρίες κάθε μέρα. Αυτό είναι το ύπουλο. Ήμασταν απλώς… άδειοι.
Η Σοφία πίστευε ότι έτσι είναι οι γάμοι μετά από χρόνια. Ίσως και να είναι, δεν ξέρω. Εγώ πάντως ένιωθα σαν να είχα φορέσει ένα πουκάμισο δύο νούμερα μικρότερο και να έλεγα σε όλους ότι μου πάει μια χαρά.
Ύστερα αρρώστησε ο πατέρας μου. Καρκίνος. Θεαγένειο, εξετάσεις, αναμονές, χαρτιά για ΙΚΑ, ουρές, τηλέφωνα, γνωματεύσεις, αγωνία. Καθόμουν νύχτες στον διάδρομο του νοσοκομείου και κοίταζα τον κόσμο να πηγαινοέρχεται με σακούλες, καφέδες, κόκκινα μάτια.
Εκεί κάτι έσπασε μέσα μου.
Έβλεπα τον πατέρα μου λιωμένο στο κρεβάτι και σκεφτόμουν μόνο ένα πράγμα: πόσα χρόνια πέρασαν χωρίς να έχω ζήσει όπως ήθελα ούτε μία μέρα στ’ αλήθεια;
Τότε συνάντησα τη Δέσποινα ξανά. Τυχαία, έξω από ένα καφέ κοντά στην Εγνατία. Είχε γυρίσει στη Θεσσαλονίκη. Διαζευγμένη. Με ένα παιδί.
Καθίσαμε για έναν καφέ. Μετά για άλλον έναν, λίγες μέρες μετά. Δεν έγινε κάτι. Ούτε αγγίγματα ούτε κρυφά μηνύματα μέσα στη νύχτα. Μόνο κουβέντες. Αληθινές κουβέντες, που είχα ξεχάσει πώς είναι.
«Είσαι θυμωμένος», μου είπε μια μέρα.
«Με ποιον;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε ήρεμα. «Με σένα.»
Αυτό ήταν. Εκείνη η πρόταση με αποτελείωσε.
Γύρισα σπίτι και είδα τη Σοφία να διπλώνει ρούχα στον καναπέ. Τα παιδιά στο δωμάτιο διάβαζαν. Μια φυσιολογική εικόνα. Κι όμως εγώ ένιωθα σαν απατεώνας.
Της το είπα μετά από λίγες εβδομάδες.
«Θέλω να χωρίσουμε.»
Γύρισε και με κοίταξε σαν να της μίλησα σε άλλη γλώσσα.
«Τι λες;»
«Δεν μπορώ άλλο έτσι.»
«Έτσι πώς;»
Δεν είχα σωστές λέξεις. Και όταν ένας άνθρωπος δεν έχει σωστές λέξεις, ακούγεται ακόμα πιο ένοχος.
Η Σοφία άσπρισε. «Υπάρχει άλλη;»
«Όχι όπως το νομίζεις.»
Λάθος απάντηση. Τεράστιο λάθος.
Από εκεί και μετά έγινε πόλεμος. Για το διαμέρισμα. Για τη διατροφή. Για το ποιος θα πει τι στα παιδιά. Η πεθερά μου είπε ότι ντρόπιασα την κόρη της. Ο κουνιάδος μου με είπε ψεύτη. Η αδερφή μου, ότι είμαι εγωιστής. Η μάνα μου σταμάτησε να μου μιλάει τελείως.
Το χειρότερο όμως ήταν τα παιδιά.
Ο γιος μου δεν μιλούσε. Η κόρη μου έκλαιγε και έλεγε:
«Μπαμπά, κάναμε κάτι;»
Αυτό δεν θα το ξεχάσω όσο ζω. Πώς να εξηγήσεις σε παιδί ότι δεν φταίει εκείνο, όταν εσύ ο ίδιος δεν έχεις καταλάβει γιατί άργησες τόσο να πεις την αλήθεια;
Με τη Δέσποινα δεν γίναμε ζευγάρι. Ίσως γιατί ό,τι χάθηκε τότε δεν ξαναπιάνεται έτσι απλά. Ίσως γιατί δεν τη συνάντησα για να την ξανακερδίσω, αλλά για να καταλάβω τι είχα προδώσει μέσα μου.
Νοίκιασα ένα μικρό στούντιο. Μόνος μου για πρώτη φορά. Ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια καφετιέρα και πολλή σιωπή. Τα παιδιά τα βλέπω τα Σαββατοκύριακα. Άλλες φορές γελάμε, άλλες είναι όλα λίγο σφιγμένα ακόμη. Προσπαθώ. Δεν ξέρω αν φτάνει.
Ο πατέρας μου έφυγε λίγους μήνες μετά. Η μάνα μου στην κηδεία δεν με κοίταξε ούτε μια στιγμή.
Κι εγώ έμεινα με τη ζωή που διάλεξα αργά. Πολύ αργά ίσως. Αλλά πρώτη φορά δική μου.
Αξίζει να διαλύεις τα πάντα για να σώσεις, επιτέλους, τον εαυτό σου;
Και αν το κάνεις αργά, υπάρχει τρόπος να σε συγχωρέσουν οι άλλοι… ή πρέπει πρώτα να μάθεις να συγχωρείς εσύ εσένα;