«Ή θα ζήσεις με τους κανόνες της μάνας μου ή θα χωρίσουμε»: Η μέρα που κατάλαβα πως το σπίτι που μας “χάρισαν” δεν ήταν ποτέ δικό μας
«Μην το βάζεις εκεί, παιδί μου. Τα πιάτα μπαίνουν αλλιώς. Και το παιδί δεν το ντύνεις έτσι, θα κρυώσει.»
Γύρισα και την είδα πάλι μέσα στην κουζίνα μου — δηλαδή, στη δική της κουζίνα, όπως μου το θύμιζε με κάθε βλέμμα. Η Βάσω είχε ήδη ανοίξει τα ντουλάπια που είχα τακτοποιήσει από το πρωί και άλλαζε θέση στα πάντα. Ο Δημήτρης στεκόταν στην πόρτα με κατεβασμένα μάτια, λες και περίμενε να περάσει η μπόρα χωρίς να βραχεί.
Εγώ όμως είχα ήδη πνιγεί.
Είχαμε μετακομίσει στο σπίτι της στα Άνω Λιόσια έξι μήνες πριν, όταν το ενοίκιο στο Περιστέρι μας είχε γονατίσει. Ένα παιδί, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ που κάθε εβδομάδα ανέβαινε, ο Δημήτρης με μειωμένο μισθό στο συνεργείο, εγώ με ημιαπασχόληση σε φούρνο. Μας είπε τότε η Βάσω: «Ελάτε εδώ ώσπου να ορθοποδήσετε. Ο πάνω όροφος κάθεται άδειος». Το είπε γλυκά. Σαν μάνα.
Μόνο που δεν ήθελε να μας βοηθήσει. Ήθελε να μας έχει από κάτω.
Στην αρχή κατάπινα πολλά. Ότι άνοιγε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει. Ότι έπαιρνε τον μικρό από τα χέρια μου και έλεγε «άσε, εσύ δεν ξέρεις ακόμα». Ότι μιλούσε στις γειτόνισσες λες και ήμουν τεμπέλα.
«Η Μαρία καλό κορίτσι είναι, αλλά δεν έχει μάθει από σπίτι», την άκουσα μια μέρα από τη σκάλα.
Έμεινα ακίνητη με τη σακούλα από το μανάβικο στο χέρι. Οι ντομάτες κύλησαν κάτω και χτύπησαν στα πλακάκια, κι εκείνη ούτε που γύρισε.
Το βράδυ είπα στον Δημήτρη:
«Δεν αντέχω άλλο. Με μειώνει κάθε μέρα.»
Δεν με κοίταξε καν.
«Κάνε λίγο υπομονή, Μαρία. Η μάνα μου έτσι είναι.»
Αυτό το “έτσι είναι” έγινε τοίχος ανάμεσά μας.
Μετά άρχισαν οι πιο άσχημες στιγμές. Έπλενα, σφουγγάριζα, μαγείρευα, έτρεχα στο παιδί, πήγαινα δουλειά, και πάντα κάτι έβρισκε.
«Πάλι μακαρόνια;»
«Το παιδί έχει βήχα και το βγάζεις έξω;»
«Στα δικά μας χρόνια δεν αφήναμε το σπίτι έτσι.»
Μια Κυριακή, μπήκα στο σαλόνι και βρήκα τη Βάσω να ψάχνει τα συρτάρια μας.
«Τι κάνετε;» της είπα.
Σήκωσε το κεφάλι αργά.
«Το σπίτι είναι δικό μου. Δεν θα δώσω λογαριασμό.»
«Τα πράγματά μας όμως είναι δικά μας.»
Ακούστηκε ο Δημήτρης από πίσω μου.
«Μαρία, μην το τραβάς.»
Γύρισα και τον κοίταξα σαν να μην τον ήξερα.
«Εγώ το τραβάω; Εγώ;»
Εκείνο το βράδυ μαλώσαμε άσχημα. Ο μικρός ξύπνησε και έκλαιγε στο δωμάτιο, κι εμείς στην κουζίνα ψιθυρίζαμε ουρλιάζοντας.
«Με βάζεις να διαλέξω συνέχεια!» μου είπε ο Δημήτρης, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι.
«Όχι. Σου ζητάω να γίνεις άντρας μου και όχι γιος της μάνας σου.»
Πάγωσε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ακουγόταν τίποτα, μόνο το βουητό από το ψυγείο.
Και τότε το είπε.
«Αν δεν μπορείς να ζήσεις με τους κανόνες της, τότε… να χωρίσουμε.»
Δεν έκλαψα εκείνη τη στιγμή. Αυτό είναι το περίεργο. Απλώς ένιωσα σαν να άδειασε το σώμα μου. Κάθισα στην καρέκλα και τον κοίταζα. Δέκα χρόνια μαζί, ένα παιδί, τόσες στερήσεις, και με είχε βάλει απέναντι από τη μάνα του σαν να ήμουν ξένη.
Την επόμενη εβδομάδα ήρθε και το τελικό χτύπημα. Ο Δημήτρης είχε πάει στο ΚΕΠ για κάτι χαρτιά και μετά πέρασε από έναν γνωστό λογιστή για να ρωτήσει σχετικά με το σπίτι, γιατί υποτίθεται ότι κάποτε θα γραφόταν σε εκείνον και στον αδελφό του. Γύρισε σπίτι άσπρος σαν το πανί.
«Η μάνα έκανε μεταβίβαση πριν τρεις μήνες», μου είπε.
«Τι μεταβίβαση;»
«Το έγραψε όλο στον Σπύρο.»
Έμεινα να τον κοιτάω.
Ο Σπύρος, ο αδελφός του, που ερχόταν μόνο στις γιορτές με ένα κουτί γλυκά και μεγάλες κουβέντες. Ο Σπύρος που έλεγε «εγώ δεν μπλέκω στα οικογενειακά». Εκείνος είχε τώρα το σπίτι. Κι εμείς ζούσαμε εκεί μέσα σαν φιλοξενούμενοι που νόμιζαν ότι κάνουν υπομονή για κάτι που θα ερχόταν.
Όταν ο Δημήτρης τη ρώτησε, η Βάσω δεν ντράπηκε ούτε στιγμή.
«Εγώ ξέρω τι κάνω με την περιουσία μου. Ο Σπύρος με σέβεται. Εσείς μόνο γκρίνια φέρατε εδώ μέσα.»
«Μάνα, μένουμε εδώ με το παιδί μου!» φώναξε ο Δημήτρης.
«Να πας να μείνεις αλλού τότε.»
Εκεί λύγισε κι αυτός. Τον είδα πρώτη φορά να κάθεται στον καναπέ και να πιάνει το κεφάλι του σαν μικρό παιδί. Θύμωσα μαζί του, ναι. Πολύ. Αλλά εκείνη τη στιγμή είδα και κάτι άλλο: έναν άντρα μεγαλωμένο να φοβάται να χαλάσει χατίρι στη μάνα του, μέχρι που έχασε σχεδόν τη γυναίκα και το παιδί του.
Δύο εβδομάδες μετά, φύγαμε. Βρήκαμε ένα μικρό δυάρι στο Αιγάλεω, τρίτος χωρίς ασανσέρ, με παλιά ντουλάπια και μπαλκόνι που έβλεπε σε ακάλυπτο. Το ενοίκιο μας ζόριζε. Μετρούσαμε μέχρι και τα ψιλά για το πετρέλαιο. Αλλά την πρώτη νύχτα εκεί, κάθισα στο στρώμα κάτω — γιατί κρεβάτι δεν είχαμε προλάβει να στήσουμε — και ένιωσα να ανασαίνω μετά από μήνες.
Ο Δημήτρης μου είπε σιγανά:
«Συγγνώμη. Άργησα πολύ.»
Δεν του απάντησα αμέσως. Μόνο κοίταξα τον μικρό που κοιμόταν δίπλα μας με το φωτάκι του δρόμου στο πρόσωπο.
Τον συγχώρησα κάπως. Αλλά δεν ξέχασα.
Η πληγή έμεινε. Στους καβγάδες μας ακόμα πετάγεται εκείνο το βράδυ σαν μαχαίρι πάνω στο τραπέζι. Και η Βάσω; Έξι μήνες μετά έφυγε από το σπίτι της και πήγε να μείνει με τον Σπύρο, γιατί «εκεί την υπολογίζουν». Κανείς δεν της είπε να μείνει. Ούτε ο Δημήτρης.
Μερικές φορές σκέφτομαι πως δεν μας έδιωξε μόνο από το σπίτι. Μπήκε ανάμεσά μας και άφησε σημάδι που δεν φεύγει εύκολα.
Εσείς θα μένατε ποτέ στο σπίτι της πεθεράς για να σωθείτε οικονομικά, αν ξέρατε τι μπορεί να κοστίσει στην ψυχή σας;
Και μια συγγνώμη, όσο αληθινή κι αν είναι, φτάνει άραγε πάντα για να κολλήσει αυτό που ράγισε;