Μου έδωσαν τη θέση που ονειρευόμουν, αλλά μέχρι τότε είχα ήδη χάσει το σπίτι μου

«Πήραν άνθρωπο απ’ έξω.»

Η φωνή της Ελένης ακούστηκε χαμηλά, λες και ντρεπόταν να μου το πει. Στεκόμουν όρθια δίπλα στον εκτυπωτή, με έναν καφέ που είχε ήδη κρυώσει στο χέρι, και ένιωσα τα δάχτυλά μου να μουδιάζουν. Για τρία χρόνια δούλευα σαν τρελή γι’ αυτή τη θέση. Πρώτη έφτανα στο γραφείο στο Μαρούσι, τελευταία έφευγα. Είχα χάσει γιορτές, Σαββατοκύριακα, σχολικές γιορτές της κόρης μου, μέχρι και το τραπέζι της Κυριακής στη μάνα μου. Και τελικά; Ο διευθυντής έγινε ο Στέφανος. Ένας άγνωστος από Θεσσαλονίκη, με ωραίο βιογραφικό και έτοιμο χαμόγελο.

Δεν έκλαψα εκεί. Όχι. Μπήκα στην τουαλέτα, κλείδωσα την πόρτα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Είχα μάσκαρα κάτω από τα μάτια από την κούραση της προηγούμενης νύχτας. «Τόσα χρόνια για τι;» ψιθύρισα. Και το χειρότερο; Δεν είχα κανέναν να το πω χωρίς να ακουστώ μικρή ή πικραμένη.

Το βράδυ, ο άντρας μου ο Γιώργος με βρήκε να πλένω πιάτα με νεύρα.

«Δεν στο έδωσαν;» με ρώτησε.

«Όχι.»

«Ε, εντάξει. Δεν χάθηκε ο κόσμος, Μαρία.»

Γύρισα και τον κοίταξα τόσο απότομα που σταμάτησε.

«Για μένα χάθηκε. Απλώς εσύ δεν το καταλαβαίνεις.»

Η μικρή μας, η Άννα, ήταν στο δωμάτιο και διάβαζε. Άκουσε τη φωνή μου και βγήκε σιγά στην πόρτα. Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Εκείνο το βλέμμα… ακόμα το θυμάμαι.

Από την επόμενη μέρα άλλαξα. Δεν ξέρω αν ήταν πείσμα, πληγωμένος εγωισμός ή καθαρός φόβος ότι αν δεν ανέβω τώρα, θα μείνω για πάντα εκεί, στη μεσαία βαθμίδα, να βγάζω τη δουλειά των άλλων και να παίρνουν εκείνοι τα εύσημα.

Ο Στέφανος στην αρχή φαινόταν ευγενικός.

«Θέλω να στηριχτώ πάνω σου, Μαρία», μου είπε.

Χαμογέλασα.

«Φυσικά.»

Μέσα μου όμως έβραζα. Γιατί εγώ ήξερα τους πελάτες, εγώ ήξερα τις ομάδες, εγώ είχα φάει τα βράδια μου πάνω από excel και παρουσιάσεις, κι εκείνος ήρθε έτοιμος να μαζέψει τη σοδειά.

Άρχισα να δουλεύω ακόμα πιο σκληρά. Έμενα ως τις εννιά στο γραφείο. Απαντούσα σε mail μέσα από το μετρό. Έτρωγα κουλούρι Θεσσαλονίκης όρθια μπροστά στον υπολογιστή. Στο σπίτι ήμουν σώμα χωρίς μυαλό.

Ο Γιώργος στην αρχή έκανε υπομονή. Μαγείρευε, πήγαινε την Άννα αγγλικά, μάζευε το σπίτι. Ύστερα άρχισε να σπάει.

«Δεν γίνεται να λείπεις όλη μέρα και όταν γυρνάς να είσαι αλλού», μου είπε ένα βράδυ.

«Το κάνω για εμάς.»

Γέλασε πικρά.

«Μη λες ψέματα. Το κάνεις για σένα.»

Με πόνεσε γιατί ήταν αλήθεια. Αλλά δεν μπορούσα να το παραδεχτώ. Όχι τότε.

Η Άννα άρχισε να σταματάει να μου λέει πράγματα. Το κατάλαβα από μικρές χαζές λεπτομέρειες. Δεν μου έδειχνε πια τις ζωγραφιές της. Δεν με ρωτούσε αν μπορώ να πάω στη γιορτή του σχολείου. Ρωτούσε κατευθείαν τον πατέρα της. Σαν να είχε αποφασίσει μόνη της ότι από μένα δεν θα πάρει χρόνο.

Ένα Σάββατο της είχα υποσχεθεί ότι θα πάμε βόλτα στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Είχαμε να πάμε μήνες κάπου οι δυο μας. Ετοιμάστηκε από το πρωί. Φόρεσε το τζιν μπουφανάκι της και περίμενε στην είσοδο. Δέκα λεπτά πριν φύγουμε, με πήρε ο Στέφανος.

«Έχουμε θέμα με τον μεγάλο πελάτη. Σε χρειάζομαι στο call τώρα.»

Του είπα πως είναι Σάββατο. Πως είμαι με το παιδί. Έκανε παύση.

«Οκ, αν δεν μπορείς, θα το δω με την Κατερίνα.»

Αυτή η φράση ήταν όλο το δηλητήριο. Αν δεν μπορείς. Θα το δώσω αλλού.

Πήρα το λάπτοπ.

Η Άννα δεν έκλαψε. Μόνο έβγαλε το μπουφάν της και είπε: «Καλά, μαμά. Συνήθισα.»

Νομίζω εκεί ράγισε κάτι που δεν ξανακόλλησε ποτέ σωστά.

Λίγους μήνες μετά, με έκαναν υποδιευθύντρια. Δεν ήταν η κορυφή, αλλά ήταν η θέση που όλοι στο γραφείο ήξεραν πως οδηγούσε εκεί. Μου έδωσαν καλύτερο μισθό, εταιρικό κινητό, δικό μου γραφείο με γυάλινο τοίχο. Θυμάμαι να κάθομαι στην καρέκλα και να χαϊδεύω το μπράτσο της σαν χαζή. Είχα φτάσει. Σχεδόν.

Και τότε άρχισε η μοναξιά.

Οι παλιοί συνάδελφοι μαζεύονταν για καφέ και δεν με φώναζαν. Όταν πήγαινα κοντά τους, χαμήλωναν φωνές. Η Ελένη, που κάποτε μου έλεγε τα πάντα, έγινε τυπική.

«Μην το παίρνεις προσωπικά», μου είπε μια μέρα. «Τώρα είσαι διοίκηση.»

Διοίκηση. Λες και δεν ήμουν πια άνθρωπος.

Στο σπίτι τα πράγματα είχαν γίνει χειρότερα. Ο Γιώργος κοιμόταν συχνά στον καναπέ. Μιλούσαμε μόνο για λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ, ποιος θα πάει την Άννα οδοντίατρο. Μια νύχτα, γύρισα αργά και βρήκα ένα χαρτί στο τραπέζι.

«Πήγαμε στη μάνα μου για λίγες μέρες. Χρειαζόμαστε ηρεμία.»

Δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο. Ούτε εκείνος ούτε η Άννα.

Κάθισα στην κουζίνα με το ταγέρ ακόμα πάνω μου και έβαλα τα κλάματα σαν παιδί. Άκουγα το ψυγείο να βουίζει και το σπίτι να είναι άδειο. Τόσο άδειο που με τρόμαζε. Είχα περάσει χρόνια να αποδεικνύω ότι αξίζω, ότι μπορώ, ότι δεν θα με προσπερνάνε. Και τα κατάφερα. Ναι. Αλλά σε ποιον γύριζα να το πω;

Μετά από δυο μέρες πήγα να δω την Άννα. Μου άνοιξε η πεθερά μου, παγωμένη. Η μικρή καθόταν στον καναπέ.

«Μαμά, θα μείνεις;» με ρώτησε.

Ήθελα να πω «για πάντα». Ήθελα να πω «θα τα φτιάξω όλα». Αντί γι’ αυτό, κόμπιασα.

«Δεν ξέρω, αγάπη μου. Προσπαθώ.»

Ο Γιώργος βγήκε από την κουζίνα και με κοίταξε κουρασμένος, όχι θυμωμένος πια. Και αυτό ήταν χειρότερο.

«Πάντα προσπαθείς, Μαρία. Αλλά ποτέ εδώ.»

Αυτή η κουβέντα με τελείωσε.

Σήμερα έχω τη θέση, τον τίτλο, τον σεβασμό που κάποτε παρακαλούσα να μου δώσουν. Φοράω τακούνια, μπαίνω σε συσκέψεις, αποφασίζω για ανθρώπους, για budgets, για στρατηγική. Κι όμως, όταν κλείνει η πόρτα του γραφείου μου, ακούω μέσα μου τη φωνή της κόρης μου: «Συνήθισα.»

Και καμιά προαγωγή δεν σβήνει αυτή τη λέξη.

Πες μου ειλικρινά… μέχρι πού αξίζει να φτάσεις, αν στο τέλος δεν έχεις σε ποιον να γυρίσεις;

Και αν μπορούσα να γυρίσω πίσω, θα διάλεγα άραγε διαφορετικά ή λέω τώρα ό,τι λένε όλοι όταν είναι πια αργά;