«Η πεθερά μου έκλεισε το σπίτι μου για τα γενέθλιά της χωρίς να με ρωτήσει — και ο άντρας μου με είπε εγωίστρια όταν λύγισα»
«Μαρία, την Κυριακή να είσαι σπίτι από νωρίς, γιατί θα έρθει ο κόσμος κατά τις δύο.»
Έμεινα με το κινητό στο χέρι, έξω από την πολυκατοικία μας στα Πατήσια, με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ να μου κόβουν τα δάχτυλα.
«Ποιος κόσμος;» τη ρώτησα.
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, το είπε τόσο φυσικά, λες και μιλούσε για τον καιρό.
«Για τα γενέθλιά μου, παιδί μου. Σου το είπε ο Στέλιος. Θα έρθουν η Βάσω με τον Κώστα, η Λίτσα, ο Μπάμπης με τη γυναίκα του, δυο φίλες από την εκκλησία… λίγοι άνθρωποι.»
Λίγοι.
Ανέβηκα πάνω σχεδόν τρέμοντας. Άνοιξα την πόρτα και βρήκα τον Στέλιο στον καναπέ, άνετο, με τον καφέ του.
«Τι είναι αυτό που άκουσα;»
Με κοίταξε και ούτε καν σηκώθηκε.
«Α, ναι. Η μάνα μου είπε να κάνουμε εδώ τα γενέθλιά της. Σιγά το πράγμα. Οικογένεια είμαστε.»
«Σιγά το πράγμα; Χωρίς να με ρωτήσει κανείς; Στο σπίτι μου;»
«Στο σπίτι μας», μου πέταξε ξερά. «Και μην το κάνεις θέμα τώρα.»
Εκεί ήταν που ένιωσα να ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου. Όχι μόνο γιατί είχε ήδη αποφασιστεί. Αλλά γιατί ήξερα πολύ καλά τι σήμαινε αυτό. Καθάρισμα, σφουγγάρισμα, πιάτα, ταψιά, καρέκλες από τη θεία, τραπεζομάντιλα, ποτήρια που δεν έχουμε, φασαρία, παπούτσια παντού, ξένα χέρια στα ντουλάπια μου.
Και φυσικά, εγώ να τρέχω.
«Στέλιο, δουλεύω όλη εβδομάδα. Το σπίτι είναι μικρό. Δεν θέλω δέκα και δεκαπέντε άτομα μέσα στο σαλόνι μου. Δεν γίνεται έτσι.»
Σηκώθηκε απότομα.
«Είσαι υπερβολική. Για τη μάνα μου μιλάμε. Έχει μείνει μόνη της. Ένα τραπέζι θέλει να κάνει. Λίγη καρδιά δεν έχεις;»
Αυτό το “λίγη καρδιά δεν έχεις;” με χτύπησε άσχημα. Γιατί τόσα χρόνια είχα καρδιά. Και χρόνο. Και υπομονή. Εγώ ήμουν που τη συνόδευα σε γιατρούς όταν ο Στέλιος “δεν προλάβαινε”. Εγώ πήγαινα σούπερ μάρκετ όταν εκείνη είχε πίεση. Εγώ άκουγα τα ίδια παράπονα για τη μέση της, για τη μοναξιά, για τον κόσμο που “χάλασε”.
Αλλά αυτό; Αυτό ήταν εισβολή.
Την επόμενη μέρα πήγα από το σπίτι της. Ήθελα να το πω καθαρά, πριν γίνει χειρότερο.
Με άνοιξε την πόρτα με εκείνο το καλό της μπλουζάκι, σαν να περίμενε κόσμο ήδη.
«Κυρία Ελένη, θέλω να μιλήσουμε λίγο.»
Κατάλαβε από το ύφος μου. Κάθισε αργά στην καρέκλα της κουζίνας.
«Δεν είμαι καλά μ’ αυτό που έγινε», της είπα. «Δεν γίνεται να κανονίζονται τέτοια πράγματα για το σπίτι μας χωρίς να με ρωτάτε. Με πιέζει πολύ όλο αυτό.»
Με κοίταξε σαν να την πρόσβαλα.
«Δηλαδή δεν με θες; Αυτό μου λες;»
«Δεν είπα αυτό.»
«Αυτό είπες. Ότι περισσεύω.»
Εκεί άρχισα να χάνω τα λόγια μου. Γιατί στην Ελλάδα, ειδικά με πεθερές σαν την Ελένη, ό,τι και να πεις γυρίζει και γίνεται ενοχή.
«Δεν περισσεύετε. Αλλά έχω κι εγώ όρια.»
«Όρια στη μάνα του άντρα σου;» είπε και γέλασε πικρά. «Μάλιστα.»
Έφυγα χειρότερα απ’ ό,τι πήγα.
Την Κυριακή ξύπνησα με κόμπο στο στομάχι. Ο Στέλιος είχε ήδη φέρει καρέκλες από τον κάτω όροφο. Η πεθερά μου ήρθε από τις έντεκα με δύο ταψιά παστίτσιο και ένα μπολ τζατζίκι, λες και έμπαινε στο εξοχικό της.
Άνοιγε ντουλάπια.
«Μαρία, τα καλά πιάτα πού τα έχεις;»
Δεν απάντησα αμέσως. Έσφιγγα το σφουγγάρι στον νεροχύτη τόσο πολύ που πόνεσε το χέρι μου.
Κατά τις δύο το σπίτι είχε γεμίσει. Φωνές, γέλια, αρώματα από φαγητά, θείες να μετράνε ποιος πάχυνε, ποιος χώρισε, ποιος χρωστάει στην εφορία. Η μία φίλη της κυρίας Ελένης κάθισε στην κρεβατοκάμαρά μας “για λίγη ησυχία”. Ένας ξάδερφος του Στέλιου ακούμπησε το ποτήρι του πάνω στο έπιπλο που είχα αγοράσει με τον πρώτο μου μισθό.
Κάποια στιγμή μπήκα στο μπάνιο και κλείδωσα την πόρτα.
Και έκλαψα. Σιγά, να μην ακούγεται.
Ο Στέλιος ήρθε μετά από λίγο και χτύπησε.
«Μαρία, βγες τώρα. Ρεζιλευόμαστε.»
Άνοιξα και τον κοίταξα κατάματα.
«Εγώ ρεζιλεύομαι, Στέλιο. Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι νιώθω ξένη.»
Πριν προλάβει να απαντήσει, η κυρία Ελένη στεκόταν λίγο πιο πίσω στον διάδρομο. Δεν ξέρω πόση ώρα άκουγε.
Το πρόσωπό της είχε αλλάξει. Όχι θυμός. Κούραση.
«Φτάνει», είπε χαμηλά. «Μη μαλώνετε άλλο για μένα.»
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού μας, σαν να άδειασε ξαφνικά όλο της το σώμα.
«Δεν το έκανα για να σας καπελώσω. Ούτε για να σε προσβάλω, Μαρία. Απλώς…» Σταμάτησε και έπιασε τα χέρια της. «Απλώς δεν αντέχω το σπίτι μου πια. Από τότε που πέθανε ο Γιάννης, ακούω το ψυγείο τα βράδια και νομίζω πως θα τρελαθώ. Μιλάω στην τηλεόραση. Στρώνω τραπέζι για έναν. Την ημέρα των γενεθλίων μου φοβήθηκα ότι, αν μείνω μόνη, θα καταλάβω πόσο μόνη είμαι στ’ αλήθεια.»
Σιωπή.
Ο Στέλιος κατέβασε το βλέμμα. Εγώ ένιωσα την οργή μου να μπερδεύεται με ντροπή και λύπη, όλα μαζί, ένα κουβάρι.
Η Ελένη σκούπισε τα μάτια της γρήγορα, λες και ντρεπόταν που φάνηκε αδύναμη.
«Δεν ήξερα πώς να σας το πω. Και έκανα βλακεία. Το ξέρω.»
Τότε μόνο κάθισα δίπλα της.
«Έπρεπε να μας το πείτε», της είπα. «Όχι να μπείτε έτσι στο σπίτι μας. Δεν είναι το ίδιο.»
Γύρισε και με κοίταξε σαν παιδί που φοβάται την τιμωρία.
Ο Στέλιος πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μάνα, κι εγώ λάθος έκανα. Έπρεπε να μιλήσω πρώτα με τη Μαρία.»
Το τραπέζι τελείωσε πιο ήσυχα απ’ όσο άρχισε. Τις επόμενες μέρες μιλήσαμε στ’ αλήθεια, πρώτη φορά μετά από καιρό. Συμφωνήσαμε να τη βλέπουμε πιο συχνά, να έρχεται συγκεκριμένες μέρες, να τρώμε μαζί, να βγαίνουμε μια βόλτα. Και όταν θέλει να καλέσει κόσμο, να το κάνουμε από πριν, όλοι μαζί, όχι πάνω από το κεφάλι μου.
Δεν λύθηκαν όλα μαγικά. Ακόμα με πειράζει που χρειάστηκε να φτάσουμε εκεί για να ακουστώ. Ακόμα η Ελένη καμιά φορά ξεχνιέται και λέει «θα κάνουμε» αντί για «μπορούμε να κάνουμε;». Αλλά τώρα της το λέω. Και ο Στέλιος, επιτέλους, ακούει.
Γιατί η μοναξιά ενός ανθρώπου θέλει αγκαλιά, ναι. Αλλά και ο γάμος θέλει όρια για να μη γίνει ασφυξία.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορείς να στηρίξεις έναν άνθρωπο που πονάει, χωρίς να χάσεις το σπίτι σου, τον χώρο σου, τον εαυτό σου;