«Σηκώθηκα από το τραπέζι και είπα τέλος»: Η μέρα που διάλεξα τη γυναίκα μου αντί για τη σιωπή του σπιτιού μου
«Μαρία, δεν χρειάζεται να στρώσεις εσύ, άστα, τα ξέρουμε εμείς εδώ». Η φωνή της μάνας μου βγήκε γλυκιά, αλλά εκείνο το γλυκό που σε κόβει σαν χαρτί. Η γυναίκα μου τραβήχτηκε αμέσως από τον πάγκο της κουζίνας, με εκείνο το μικρό χαμόγελο που κάνει όταν πληγώνεται και δεν θέλει να φανεί. Και εγώ, όπως τόσες άλλες φορές, έμεινα μισό δευτερόλεπτο ακίνητος, με το κλειδί ακόμα στο χέρι, νιώθοντας ότι μπήκαμε στο σπίτι και ήδη είχαμε χάσει.
Ήταν Κυριακή μεσημέρι στο πατρικό μου, στο Περιστέρι. Το ίδιο διαμέρισμα που μεγάλωσα. Η ίδια σύνθεση. Ο πατέρας μου στην πολυθρόνα, η μάνα μου στην κουζίνα, η αδερφή μου η Δήμητρα να πηγαινοέρχεται σαν να είναι εκείνη η οικοδέσποινα, κι εμείς οι δυο καλεσμένοι και ανεπιθύμητοι μαζί.
Η Μαρία προσπαθούσε. Πάντα προσπαθούσε. Έφερε γλυκό από ζαχαροπλαστείο, πήγε να φιλήσει τη μάνα μου, ρώτησε τον πατέρα μου για την πίεσή του, χαμογέλασε στη Δήμητρα.
Η Δήμητρα της πέταξε ένα ξερό «α, δεν χρειαζόταν» και πήρε το κουτί από τα χέρια της χωρίς καν να την κοιτάξει.
Κάτσαμε στο τραπέζι. Η κουβέντα άρχισε όπως πάντα, λες και η Μαρία δεν ήταν εκεί.
«Θανάση, ο ξάδερφός σου πήρε επιτέλους δάνειο.»
«Θανάση, μίλησες με τον λογιστή;»
«Θανάση, θα κατέβεις στο χωριό τον Δεκαπενταύγουστο ή θα σε κρατάνε πάλι οι υποχρεώσεις;»
Οι υποχρεώσεις. Έτσι έλεγαν τη γυναίκα μου καμιά φορά. Όχι μπροστά, ποτέ τόσο καθαρά. Με μισόλογα. Με βλέμματα. Με κάτι μικρές βελόνες που μόνο όποιος τις τρώει τις νιώθει.
Η Μαρία είπε κάποια στιγμή σιγανά: «Αν πάμε χωριό, θα ήθελα πολύ να έρθω κι εγώ φέτος. Μου έχει λείψει λίγο η θάλασσα».
Η μάνα μου έκανε πως δεν άκουσε.
Η Δήμητρα γέλασε από τη μύτη. «Ε, ναι, άμα βολεύουν οι άδειες και όλα τα υπόλοιπα…»
Δεν είπε κάτι άλλο. Δεν χρειαζόταν. Όλοι καταλάβαμε.
Για χρόνια έβλεπα αυτά τα πράγματα και τα κατάπινα. Έλεγα μέσα μου, μην κάνεις φασαρία, οικογένεια είναι, έτσι είναι οι μεγαλύτεροι, έτσι είναι η αδερφή σου, μη δίνεις συνέχεια. Η Μαρία μου έλεγε στο αμάξι μετά: «Δεν πειράζει, αγάπη μου». Και αυτό το «δεν πειράζει» με τσάκιζε πιο πολύ από καβγά.
Το χειρότερο δεν ήταν καν τα τραπέζια. Το χειρότερο ήταν πριν δυο χρόνια, όταν η Μαρία έχασε το μωρό μας στον τρίτο μήνα. Δεν μπορώ ούτε τώρα να το γράψω εύκολα αυτό. Τη μάζευα από το μπάνιο που είχε λυγίσει κάτω στο πάτωμα και έτρεμε ολόκληρη. Πήγαμε στο νοσοκομείο μέσα στη νύχτα. Μετά ήρθαν οι εξετάσεις, οι σιωπές, το σπίτι μας που άδειασε απότομα.
Η μάνα μου τότε είχε πει μόνο: «Είστε νέοι ακόμα, θα κάνετε άλλο».
Η Δήμητρα είχε προσθέσει: «Καλύτερα ίσως, γιατί είχατε και τα οικονομικά σας».
Ούτε μια αγκαλιά. Ούτε ένα “πώς είσαι, Μαρία;”. Τίποτα. Και εγώ πάλι δεν έσπασα. Αυτό δεν το συγχωρώ στον εαυτό μου.
Εκείνη την Κυριακή, η Μαρία σηκώθηκε να βάλει νερό στα ποτήρια.
Η αδερφή μου είπε χαμηλόφωνα, αλλά τόσο ώστε να ακουστεί: «Άσ’ το, μην τα κάνουμε όλα λάθος σήμερα».
Η Μαρία πάγωσε. Το χέρι της έτρεμε λίγο. Άφησε την κανάτα κάτω πολύ προσεκτικά, λες και αν την άφηνε κανονικά θα έσπαγαν κι άλλα πράγματα μαζί.
Τότε την κοίταξα καλά. Είχε αυτό το βλέμμα που είχε στο νοσοκομείο. Όχι θυμό. Κούραση. Εκείνη τη βαθιά κούραση που έρχεται όταν έχεις αντέξει παραπάνω απ’ όσο πρέπει.
Και κάτι έσπασε μέσα μου.
«Αρκετά», είπα.
Σταμάτησαν όλοι. Ακόμα και ο πατέρας μου άφησε κάτω το πιρούνι.
«Τι εννοείς;» είπε η μάνα μου.
«Εννοώ αρκετά. Τόσα χρόνια την υποτιμάτε, την αγνοείτε, της μιλάτε λες και μπήκε ξένη στο σπίτι. Και εγώ καθόμουν και το κατάπινα σαν δειλός».
Η Δήμητρα ανασηκώθηκε. «Μη δραματοποιείς τώρα. Εμείς έτσι μιλάμε».
«Όχι, Δήμητρα. Έτσι μιλάτε στη Μαρία. Σε όλους τους άλλους ξέρετε μια χαρά να φερθείτε».
Ο πατέρας μου αγρίεψε. «Μη σηκώνεις φωνή στους γονείς σου για μια γυναίκα».
Για μια γυναίκα.
Νομίζω εκείνη τη στιγμή κατάλαβα όλη τη σαπίλα που κάλυπτα τόσα χρόνια με τη λέξη “σεβασμός”.
Σηκώθηκα όρθιος. «Δεν είναι μια γυναίκα. Είναι η γυναίκα μου. Είναι η οικογένειά μου. Και όταν πέρασε τη χειρότερη περίοδο της ζωής της, δεν βρήκατε ούτε μια ανθρώπινη κουβέντα να πείτε. Μόνο υπονοούμενα και ψυχρότητα. Ντρέπομαι που σας άφησα».
Η μάνα μου δάκρυσε αμέσως, αλλά από θυμό. «Εμείς φταίμε για όλα δηλαδή; Αυτή από την αρχή δεν έδεσε μαζί μας».
Η Μαρία πήγε να μιλήσει. «Θανάση, άστο…»
Γύρισα και της έπιασα το χέρι. «Όχι. Σήμερα όχι».
Η Δήμητρα χτύπησε την παλάμη της στο τραπέζι. «Αν θέλει να φύγει, να φύγει. Δεν θα μας κάνει και μάθημα».
Την κοίταξα και ένιωσα κάτι παγωμένο, καθαρό. «Θα φύγουμε. Και μέχρι να καταλάβετε τι κάνατε, μην περιμένετε να ξανάρθουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα».
Η μάνα μου άρχισε τα γνωστά. «Η γυναίκα σου σε άλλαξε. Σε απομάκρυνε από το σπίτι σου».
Πήρα το μπουφάν μου από την καρέκλα. «Όχι. Εσείς με διώχνετε κάθε φορά που δεν τη σέβεστε».
Βγήκαμε από το σπίτι χωρίς να τελειώσουμε το φαγητό. Στο ασανσέρ η Μαρία δεν μιλούσε. Μόνο κρατούσε το χέρι μου πολύ σφιχτά. Μπήκαμε στο αμάξι και πριν βάλω μπροστά, γύρισε και με κοίταξε.
«Γιατί τώρα;» μου είπε, και έσπασε η φωνή της.
Δεν ήξερα τι να της πω αμέσως. Η αλήθεια είναι άσχημη.
«Γιατί άργησα», της είπα. «Και γιατί δεν θέλω να αργήσω άλλο».
Έβαλε τα κλάματα. Όχι δυνατά. Εκείνα τα ήσυχα κλάματα που σε διαλύουν πιο πολύ. Την τράβηξα πάνω μου όπως όπως, μέσα στο παρκαρισμένο αμάξι, έξω από την πολυκατοικία που κάποτε έλεγα σπίτι μου.
Από τότε έχουν περάσει τρεις μήνες. Η μάνα μου έχει πάρει τηλέφωνο δυο φορές, περισσότερο για να παραπονεθεί παρά για να ζητήσει συγγνώμη. Η Δήμητρα ούτε μήνυμα. Ο πατέρας μου σιωπή. Κι όμως, όσο κι αν πονάει, για πρώτη φορά νιώθω πως έκανα το σωστό.
Το αίμα είναι αίμα, το ξέρω. Αλλά ο σεβασμός; Η αξιοπρέπεια; Μέχρι πότε τα θυσιάζεις για να μη χαλάσεις τις ισορροπίες;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Άργησα πολύ να σταθώ δίπλα στη γυναίκα μου ή υπάρχει στιγμή που ποτέ δεν είναι αργά να πεις επιτέλους «ως εδώ»;