«Δεν είμαι η υπηρέτριά σας»: Σταμάτησα να πηγαίνω στα οικογενειακά τραπέζια και ο γάμος μου άρχισε να διαλύεται
«Πάλι άπλυτο το πάγκο τον άφησες, Μαρία; Και το παιδί ξυπόλητο γιατί είναι;» μου πέταξε η πεθερά μου, η Δήμητρα, την ώρα που έβγαζα με γυμνά χέρια το ταψί με το παστίτσιο από τον φούρνο. Κάηκα. Το ακούμπησα στραβά, χύθηκε λίγη μπεσαμέλ στον πάγκο και πριν προλάβω να πάρω ανάσα, γύρισε ο άντρας μου, ο Γιάννης, και μου είπε ψυχρά: «Ε, καθάρισέ το πριν ξεραθεί».
Τον κοίταξα και πραγματικά δεν τον αναγνώρισα.
Ήταν Κυριακή μεσημέρι. Από τις εννιά ήμουν όρθια. Είχα ζυμώσει κεφτεδάκια για τα παιδιά, είχα στρώσει τραπέζι, είχα σκουπίσει, είχα βάλει πλυντήριο, είχα προλάβει να ντύσω τη μικρή, την Ελπίδα, και να μαλώσω τρεις φορές τον μεγάλο, τον Στέλιο, να μην πετάει τα παιχνίδια στο σαλόνι. Και όλα αυτά γιατί «θα περάσουν λίγο οι γονείς». Το λίγο, φυσικά, στην ελληνική οικογένεια είναι ολόκληρη επιχείρηση.
Η Δήμητρα δεν ερχόταν ποτέ σαν καλεσμένη. Ερχόταν σαν επιθεωρητής.
Άνοιγε καπάκια σε κατσαρόλες. Περνούσε το δάχτυλο από τα ράφια. Σήκωνε μπλούζες από την καρέκλα και έκανε αυτό το σφιγμένο στόμα, λες και μόλις ανακάλυψε σκάνδαλο.
«Εγώ στην ηλικία σου είχα δύο παιδιά, πεθερό κατάκοιτο και το σπίτι στην πένα.»
«Μπράβο σας», της είπα μια φορά. «Εγώ όμως δεν είμαι εσείς.»
Με κοίταξε σαν να τη χαστούκισα.
Το χειρότερο δεν ήταν καν τα λόγια της. Ήταν ο Γιάννης. Εκείνος ο άνθρωπος που, όταν ήμασταν μόνοι μας, μου έλεγε «μη δίνεις σημασία». Αλλά μπροστά της γινόταν άλλος. Σιωπηλός. Άτολμος. Και μερικές φορές, για να μη δυσαρεστήσει τη μάνα του, γύριζε και με άδειαζε.
«Είσαι πολύ ευαίσθητη, Μαρία.»
Αυτή η φράση με αποτελείωνε.
Πολύ ευαίσθητη επειδή ήθελα, μία φορά, να κάτσω κι εγώ σε ένα τραπέζι σαν άνθρωπος και όχι να τρέχω με το πιάτο στο χέρι; Πολύ ευαίσθητη επειδή με ενοχλούσε που η πεθερά μου έλεγε μπροστά στα παιδιά «η μαμά σας όλο κουράζεται»; Πολύ ευαίσθητη επειδή, όταν η Ελπίδα έκανε μια ζαβολιά, η Δήμητρα πεταγόταν με ύφος νικητή: «Αυτά παθαίνουν τα παιδιά όταν δεν τα βάζεις σε πρόγραμμα»;
Μια Κυριακή στο σπίτι τους ήταν ακόμα χειρότερα.
Πήγαμε για φαγητό στο Παγκράτι. Μόλις μπήκα, η Δήμητρα μου έδωσε ποδιά.
«Έλα, κόψε τη σαλάτα. Και βάλε και τις πατάτες στον φούρνο, γιατί ο μπαμπάς του Γιάννη πεινάει νωρίς.»
Στάθηκα στην πόρτα της κουζίνας και την κοίταζα. Δεν είχε πει ούτε ένα «καλησπέρα, πώς είσαι;».
«Δήμητρα, ήρθαμε καλεσμένοι», της είπα χαμηλά.
«Και; Στο σπίτι μας ξέρουμε να βοηθάμε, δεν καθόμαστε σαν τις ξένες.»
Το άκουσε κι ο πεθερός μου, ο Σπύρος, από το σαλόνι και έκανε πως βήχει. Κανείς δεν είπε τίποτα.
Ο Γιάννης είχε ήδη κάτσει στον καναπέ με το κινητό.
Εκείνη τη μέρα, ενώ έφερνα τα πιάτα, η Ελπίδα έχυσε νερό στο τραπεζομάντιλο. Η Δήμητρα χτύπησε τη γλώσσα της.
«Αχ, Παναγία μου. Δεν της έχεις μάθει ούτε πώς να κάθεται.»
Και μετά, σαν να μην έφτανε αυτό, γύρισε στον Γιάννη και είπε:
«Εσύ μικρός ήσουν ρολόι. Άλλη ανατροφή.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Άφησα την πιατέλα κάτω τόσο απότομα που ακούστηκε σε όλο το τραπέζι.
«Όχι άλλη κουβέντα για το πώς μεγαλώνω τα παιδιά μου.»
Σιωπή.
Ο Γιάννης με τράβηξε από τον αγκώνα και με πήγε στο χωλ.
«Τι κάνεις; Μας ντροπιάζεις.»
«Εγώ σας ντροπιάζω; Εγώ;» του ψιθύρισα, και έτρεμα ολόκληρη. «Η μάνα σου με μιλάει σαν να είμαι υπηρέτρια, με κρίνει για το σπίτι μου, για τα παιδιά μου, για τα πάντα, κι εσύ κάθεσαι.»
«Έτσι είναι η μάνα μου. Μην τα παίρνεις όλα προσωπικά.»
«Δεν είναι όλα προσωπικά, Γιάννη. Είναι όλα επαναλαμβανόμενα.»
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη η φράση βγήκε μόνη της. Και ήταν η αλήθεια.
Το βράδυ τσακωθήκαμε άσχημα. Από εκείνους τους καβγάδες που δεν φωνάζεις μόνο. Σπάνε πράγματα μέσα σου.
Του είπα ότι δεν θα ξαναπάω ούτε για καφέ ούτε για τραπέζι ούτε για γιορτή. Ότι δεν αντέχω άλλο να προετοιμάζομαι από την προηγούμενη μέρα με κόμπο στο στομάχι. Ότι κάθε επίσκεψη στους δικούς του με αφήνει δύο μέρες εξαντλημένη, νεύρα στα παιδιά, ένταση στο σπίτι μας.
«Άρα τι; Θα κόψεις τους γονείς μου;» μου είπε.
«Όχι. Εγώ κόβω την κακομεταχείριση. Εσύ, αν θες, να τους βλέπεις.»
Από τότε άλλαξαν όλα.
Τις Κυριακές εκείνος παίρνει τα παιδιά και πηγαίνει μόνος του στους γονείς του. Στην αρχή η Δήμητρα τηλεφωνούσε επίτηδες την ώρα που ήξερε ότι είμαστε σπίτι.
«Ακόμα κρατάει τα μούτρα η κυρία;» έλεγε δυνατά, να ακούω.
Ο Γιάννης δεν την έκοβε. Αυτό πονάει πιο πολύ κι από τις προσβολές της. Όχι ότι έχω πεθερά δύσκολη. Ότι έχω άντρα που με βλέπει να λυγίζω και λέει πως υπερβάλλω.
Τώρα κοιμόμαστε συχνά πλάτη με πλάτη. Μιλάμε μόνο για τα βασικά. Λογαριασμούς, σχολείο, σούπερ μάρκετ. Μια φορά του είπα ήρεμα, σχεδόν κουρασμένα:
«Αν με υπερασπιζόσουν έστω μία φορά, δεν θα είχα φτάσει εδώ.»
Δεν απάντησε. Μόνο έσκυψε και συνέχισε να χαζεύει τις αποδείξεις από τη ΔΕΗ, λες και εκεί ήταν το πραγματικό μας πρόβλημα.
Και κάπως έτσι, ένα κυριακάτικο τραπέζι έγινε ρήγμα στον γάμο μου. Όχι για το φαγητό. Όχι για τη σαλάτα ή τα άπλυτα. Αλλά γιατί κουράστηκα να είμαι η βολική, η σιωπηλή, αυτή που πάντα θα καταπιεί και το επόμενο.
Έκανα λάθος που σταμάτησα να πηγαίνω ή άργησα κιόλας;
Εσείς στη θέση μου θα αντέχατε κι άλλο ή θα βάζατε επιτέλους όριο;