«Μέσα σε πέντε λεπτά έχασα τον αδερφό μου»: Η μέρα που ένα απλό πήγαινε στο σούπερ μάρκετ σχεδόν διέλυσε την οικογένειά μας

«Πού είναι ο Νικόλας;» μου φώναξε η μάνα μου πριν καν κλείσω καλά την πόρτα, κι εγώ ένιωσα το στομάχι μου να κόβεται στα δύο γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ήταν πίσω μου. Δεν ήταν δίπλα μου. Δεν ήταν πουθενά.

Μέχρι και τώρα ακούω εκείνα τα δύο δευτερόλεπτα σιωπής πριν αρχίσω να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Ότι θα είναι λίγο πιο πίσω. Ότι θα έχει σταματήσει στη βιτρίνα με τα παιχνίδια. Ότι δεν γίνεται να χάθηκε. Δεν γίνεται. Κι όμως, είχε γίνει.

Ήμουν δεκαέξι. Ο αδερφός μου, ο Νικόλας, έξι. Η μάνα μου έβραζε φακές και μου είπε από την κουζίνα:

«Παναγιώτη, πετάξου μέχρι τον Μασούτη και πάρε ψωμί και γάλα. Και πάρε μαζί σου τον Νικόλα, έχει σκάσει μέσα όλη μέρα.»

«Μα ρε μάνα, διαβάζω…» είπα, ενώ στην πραγματικότητα χάζευα στο κινητό.

«Πέντε λεπτά είναι. Και να τον προσέχεις.»

Αυτή η τελευταία φράση έχει καρφωθεί μέσα μου πιο πολύ απ’ όλες.

Ο Νικόλας βγήκε από το δωμάτιο σαν σβούρα, με τη φόρμα του στραβά φορεμένη και τα κορδόνια λυμένα.

«Θα πάρουμε και χυμό;» με ρώτησε.

«Αν είσαι ήσυχος, θα δούμε», του είπα με εκείνο το ύφος του μεγάλου αδερφού που νομίζει ότι ελέγχει τα πάντα.

Στον δρόμο μιλούσε ασταμάτητα. Μου έδειχνε ένα αδέσποτο γατάκι, ένα κόκκινο ποδήλατο, μια λακκούβα που του φαινόταν τεράστια. Κι εγώ κουνούσα το κεφάλι και ταυτόχρονα κοιτούσα το κινητό. Μου είχε στείλει μήνυμα η Χριστίνα. Τσακωνόμασταν από το πρωί. Το ξέρω, ακούγεται χαζό τώρα, αλλά τότε μου φαινόταν σοβαρό. Έγραψα ένα μήνυμα, μετά άλλο ένα. Στάθηκα για λίγο στη γωνία, έξω από το φούρνο, για να απαντήσω.

Για λίγο.

Τόσο λίγο που νόμιζα πως δεν μετρούσε.

Σήκωσα το κεφάλι και ο Νικόλας δεν ήταν δίπλα μου.

Γύρισα αμέσως δεξιά, μετά αριστερά. «Νικόλα;» είπα στην αρχή ήρεμα. Μετά πιο δυνατά. «Νικόλα!»

Τίποτα.

Έτρεξα μέχρι το σούπερ μάρκετ. Κοίταξα μέσα στους διαδρόμους, στο ψυγείο με τα παγωτά, στο ταμείο. Η ταμίας με κοίταξε και είπε:

«Αγόρι μου, τι έγινε;»

«Ο αδερφός μου… ήταν μαζί μου… μικρός, με μπλε μπλούζα… τον χάσαμε…»

Το είπα λάθος. «Τον χάσαμε». Λες και ήμασταν πολλοί. Λες και έφταιγε κάποιος άλλος μαζί μου.

Βγήκα έξω τρέχοντας. Άρχισα να ψάχνω στα στενά, πίσω από τα παρκαρισμένα αμάξια, στην παιδική χαρά πιο κάτω. Μια κυρία στο μπαλκόνι με ρώτησε τι έγινε. Ένας ντελιβεράς σταμάτησε και με βοήθησε να κοιτάξουμε προς την πλατεία. Τα πόδια μου έτρεμαν τόσο που παραλίγο να πέσω.

Πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο.

«Μαμά… ο Νικόλας… δεν τον βρίσκω.»

Στην αρχή δεν μιλούσε.

Μετά άκουσα μόνο: «Τι εννοείς δεν τον βρίσκεις;»

Όταν γύρισα σπίτι, ο πατέρας μου είχε ήδη έρθει από τη δουλειά. Δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Άσπρος στο πρόσωπο, με τα μάτια γυαλισμένα και τη στολή της αποθήκης ακόμα πάνω του.

«Πού τον άφησες;» μου φώναξε.

«Δεν τον άφησα!»

«Τότε πώς χάθηκε; Μόνος του εξαφανίστηκε;»

Η μάνα μου έκλαιγε και έβαζε τα χέρια στο κεφάλι.

«Σου είπα να τον προσέχεις, Παναγιώτη! Μία δουλειά σου είπα! Μία!»

«Κοίταξα το κινητό για λίγο!» φώναξα κι εγώ, κι αμέσως μόλις το είπα ήθελα να ανοίξει η γη.

Ο πατέρας μου χτύπησε το χέρι στο τραπέζι τόσο δυνατά που έπεσε ένα ποτήρι κάτω και έσπασε.

«Για το κινητό; Για το ρημάδι το κινητό; Αν πάθαινε κάτι το παιδί;»

Δεν απάντησα. Δεν μπορούσα. Γιατί είχε δίκιο.

Βγήκαμε όλοι έξω σαν τρελοί. Ο πατέρας μου πήγε προς την πλατεία, η μάνα μου προς το σχολείο, κι εγώ ξανά στο σούπερ μάρκετ και στα γύρω στενά. Εκείνα τα είκοσι λεπτά ήταν τα πιο άρρωστα της ζωής μου. Σε κάθε άσπρο αμάξι φανταζόμουν το χειρότερο. Σε κάθε φωνή παιδιού γύριζα απότομα. Έλεγα μέσα μου «να είναι καλά, να είναι καλά, ας με μισήσουν όλοι, μόνο να είναι καλά».

Τελικά τον βρήκε ένας κύριος από το ψιλικατζίδικο, δύο δρόμους πιο κάτω. Ο Νικόλας είχε ακολουθήσει ένα σκυλάκι και μετά δεν ήξερε να γυρίσει. Καθόταν στο πεζούλι και έκλαιγε, κρατώντας ακόμα το κέρμα που του είχε δώσει η μάνα μου «για να πάρει μια τσίχλα».

Όταν τον έφεραν σπίτι, η μάνα μου έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά που εκείνος παραπονέθηκε.

«Μαμά, με πονάς…»

Κι εκείνη έκλαιγε και γελούσε μαζί. Εκεί κατάλαβα πόσο κοντά είχαμε φτάσει σε κάτι που δεν θα μάζευε ποτέ.

Ο πατέρας μου δεν μου μίλησε όλο το βράδυ. Ούτε εγώ. Στο τραπέζι οι φακές είχαν κρυώσει, το ψωμί δεν το πήραμε ποτέ, και το σπίτι μύριζε φόβο. Τέτοια μυρωδιά είχε. Φόβο και ντροπή.

Αργά τη νύχτα, άκουσα τη μάνα μου στην κουζίνα να λέει χαμηλόφωνα:

«Μην τον διαλύεις κι άλλο. Είναι παιδί ακόμα.»

Και τον πατέρα μου να απαντά:

«Κι ο μικρός τι είναι;»

Αυτό με πόνεσε περισσότερο απ’ όλες τις φωνές.

Την επόμενη μέρα, ο Νικόλας μπήκε στο δωμάτιό μου με το αρκουδάκι του.

«Δεν το έκανα επίτηδες», μου είπε.

Έμεινα να τον κοιτάω. Εγώ έπρεπε να του το πω αυτό. Όχι εκείνος σε μένα.

Τον τράβηξα κοντά μου και του είπα μόνο: «Συγγνώμη, ρε μικρέ.»

Δεν έγιναν ξαφνικά όλα καλά. Για εβδομάδες η μάνα μου δεν μου ανέθετε ούτε να κατεβάσω τα σκουπίδια μαζί με τον Νικόλα. Ο πατέρας μου κάθε φορά που με έβλεπε με το κινητό, σφίγγονταν το σαγόνι του. Κι εγώ, όσο κι αν πέρασε ο καιρός, όταν περπατούσαμε έξω, τον μικρό τον κοιτούσα κάθε δέκα δευτερόλεπτα, σχεδόν αρρωστημένα.

Αλλά κάτι άλλαξε. Στο σπίτι σταμάτησαν οι εύκολες βεβαιότητες. Οι γονείς μου κατάλαβαν ότι δεν ήμουν ούτε ανεύθυνο τέρας ούτε δεύτερος γονιός. Κι εγώ κατάλαβα πως ένα «πέντε λεπτά» μπορεί να γίνει εφιάλτης.

Από τότε κουβαλάω εκείνη τη μέρα σαν πέτρα μέσα μου. Όχι γιατί χάθηκε για λίγο ο αδερφός μου, αλλά γιατί για λίγη ώρα είδα καθαρά πόσο εύκολα μπορεί να ραγίσει μια οικογένεια από ένα μόνο λάθος.

Εσείς θα με συγχωρούσατε ποτέ αν ήσασταν στη θέση των γονιών μου;
Ή υπάρχουν λάθη μέσα στην οικογένεια που, όσο κι αν αγαπιόμαστε, δεν ξεχνιούνται αληθινά;