«Δεν είναι ζωή αυτή, Μαρία»: Η ιστορία μιας θυσίας που με τσάκισε
«Δεν είμαι η Μαρία που ήξερες, Μαμά!» φωνάζω μέσα στο μυαλό μου, ενώ στύβω τη πετσέτα στα χέρια μου, προσπαθώντας να σκουπίσω τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Εκείνη με κοιτά με μάτια θολά, άλλοτε από τα φάρμακα, άλλοτε από τη βαρύτητα της ανημπόριας. Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο στη γειτονιά της Κυψέλης, οι ήχοι του δρόμου αναμειγνύονται με τους ήχους του οξυμετρικού.
«Μαρούλα, νεράκι…» ψιθυρίζει μ’ αυτή τη φωνή που δεν θύμιζε τίποτα από τη δυνατή παρουσία που κυβερνούσε το σπίτι μας. Μια φωνή που άλλη φορά τράνταζε τα τείχη όταν μαλώναμε για το ποιος θα φάει το τελευταίο κομμάτι σπανακόπιτα. Τώρα μιλάει τόσο σιγανό, πίσω από το βάσανο και την ταπείνωση της εξάρτησης.
Θέλω να της φωνάξω. Να ουρλιάξω. Όχι για εκείνη. Για μένα. Για όσα έχασα χωρίς ποτέ να μου ζητηθεί και για όσα ποτέ δε θα ζήσω. Πόσες αγκαλιές έχασα γιατί κάθε βράδυ επέστρεφα δυσανασχετώντας σε αυτό το παλιό διαμέρισμα; Πόσες δουλειές άφησα από φόβο μήπως λείπω το κρίσιμο βράδυ; Στέκομαι ανάμεσα σε δύο κόσμους, παγιδευμένη από την ενοχή και το καθήκον.
«Μαρία, μόνο εσύ με έμεινες…», μου λέει ο αδερφός μου, ο Κώστας, με το γνωστό ύφος. «Ξέρεις εμένα, μεταξύ δουλειών, δεν τα καταφέρνω…» Τον βλέπω μόνο όταν έχει να φέρει ψώνια, να μου αφήσει τη σακούλα με τα απαραίτητα ή να δώσει καμιά συμβουλή – σαν παλιός φίλος, ποτέ αληθινός πολεμιστής σ’ αυτή τη μάχη.
Είναι πικρό να νιώθεις μοναδικός προστάτης του κόσμου σου, και ο ίδιος κόσμος να σε έχει ξεχάσει. Η θεία Λένα στο τηλέφωνο: «Κοριτσάκι μου, τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή. Κράτα γερά!» – λόγια φτηνά, σαν κατ’ επίφαση προσφορά βοήθειας και κατανόησης.
Η μέρα στην Αθήνα βαραίνει – δίπλες και καπνοί, θυμός και προσπάθεια να πνίξω τα δάκρυά μου πίσω απ’ το πλυντήριο. Πόσες φορές έχω ξεχάσει ποια ήμουν πριν; Θυμάμαι τότε που τα καλοκαίρια γνώριζα τον εαυτό μου, έγραφα ποιήματα, γελούσα δυνατά. Τώρα είμαι μια σκιά από αυτά, σκιά μιας γυναίκας που ποτέ δεν τόλμησε να πει «όχι».
«Μαρία, ακόμα εδώ;» με ρωτάει η φίλη μου η Κατερίνα. «Βγες για έναν καφέ, έστω για μια βόλτα.» Κι εγώ; Φεύγω από το σπίτι και στη διαδρομή μέχρι το περίπτερο σκέφτομαι μήπως πέσω πάνω σε κάποιον γνωστό, μήπως αργήσω και γίνει κάτι και φύγει χωρίς εμένα. Οι τύψεις μου σαν αλυσίδες βαριές – κάθε βήμα, κάθε ανάσα στο δικό μου όνομα σημαίνει ενοχή.
Ώσπου ήρθε ο γιατρός. «Θέλει υπομονή. Όμως και εσύ πρέπει να ζήσεις. Προσέχεις, Μαρία;»
Η φωνή του σαν ράπισμα. Ποιος θα με προσέξει εμένα; Κανείς δεν φρόντισε ποτέ για μένα, εκτός απ’ τη μάνα μου, όταν ήταν δυνατή. Τώρα κουβαλάω αντ’ αυτής το βάρος της.
Οι μέρες κυλούν. Άλλοτε μια μικρή ακτίνα ελπίδας, άλλοτε απελπισία. Ένα βράδυ, στη σιωπή, σπάω. «Γιατί εγώ; Γιατί μόνο εγώ;» ουρλιάζω, ενώ ο Κώστας λείπει άλλη μία μέρα χωρίς να ρωτήσει. Και ντρέπομαι για την εγωιστική σκέψη, μα δεν αντέχω. Πόσες υποσχέσεις έδωσα και πόσες ακύρωσα; Πόσες φορές αποχαιρέτησα τη χαρά για χάρη του καθήκοντος;
Η Μαρία που γεννήθηκε με τα φτερά και τα όνειρα, να ταξιδέψει, να γεμίσει τα τετράδιά της με ιστορίες και ταξίδια, χάθηκε. Στέκει τώρα μια γυναίκα που πλένει, ταΐζει, σκουπίζει, παλεύει με τα φάρμακα και τις κρίσεις. Στα απογεύματα, όταν βγαίνει ένα ψυχαναγκαστικό φως από το μπαλκόνι, νιώθω πως θα με σκοτώσει η μοναξιά.
Λίγο πριν φύγει η μάνα μου, μου σφίγγει το χέρι. «Μη χαθείς, Μαρούλα. Η ζωή σου περιμένει.»
Κι όμως, έφυγε κι εγώ ένιωσα να με πνίγει ένα αδιέξοδο. Ο Κώστας εξαφανίστηκε μόλις έληξε το πρόβλημα. Οι συγγενείς σιωπηλοί κι απόμακροι. Το δωμάτιο σκοτεινό, με τα ρούχα της αδύναμα πεταμένα. Ό,τι είχα κάνει τόσο καιρό, κανείς δεν το θυμάται. Ούτε εγώ δεν με θυμάμαι μερικές φορές.
Θυμός, ενοχή, θλίψη – γίναν συντροφιά μου. Με φίλους να αναρωτιούνται γιατί χάθηκα και συγγενείς να φωνάζουν τώρα για τα κληρονομικά. Και εγώ, μόνη πια, νιώθω ότι έχασα κάτι που δεν θα βρω ποτέ – ένα αίσθημα ασφάλειας, το δικαίωμα να ζήσω ελεύθερα, χωρίς να με βαραίνει το χρέος.
Όλα γύρω μου μιλούν για χρέος, τιμή, καθήκον. Μα ποιος θα μιλήσει για τη χαμένη ζωή; Πόσο αξίζει η απόλυτη αφοσίωση όταν διαλύει το «εγώ»;
Τι αξίζει περισσότερα – να τιμήσω μέχρι τέλους το καθήκον ή να ζήσω πραγματικά, κι ας πει κάποιος πως είμαι εγωίστρια; Εσείς τι πιστεύετε — είμαστε υπόχρεοι να χαθούμε για τους άλλους, ή έχουμε δικαίωμα να σωθούμε εμείς πρώτα;