«Τον είδα να της γράφει “μου λείπεις” μέσα από το σαλόνι μας — και εκείνη τη στιγμή ένιωσα να γκρεμίζεται όλη μου η ζωή»

«Μην το κλείνεις!» του φώναξα από την κουζίνα, μόλις είδα την οθόνη να σκοτεινιάζει στα χέρια του. Γύρισε απότομα, τόσο απότομα που του έπεσε σχεδόν το κινητό. Και τότε το είδα. Πριν προλάβει να το μαζέψει. Ένα μήνυμα. «Μου λείπεις ήδη. Η σημερινή δικαιολογία με τη σύσκεψη ήταν τέλεια». Από πάνω, το όνομα: Βάσω.

Ένιωσα σαν να μου τράβηξε κάποιος το πάτωμα κάτω από τα πόδια. Ο Νίκος με κοίταζε άσπρος, με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω και ψάχνει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο ένα ψέμα αρκετά καλό για να σώσει τα ασυμμάζευτα.

«Δεν είναι αυτό που νομίζεις», είπε.

Και εκεί, δεν ξέρω, κάτι έσπασε μέσα μου πιο πολύ κι από την ίδια την προδοσία.

«Α, ναι; Και τι ακριβώς νομίζω, Νίκο; Ότι η Βάσω από το λογιστήριο σου στέλνει “μου λείπεις” επειδή ξέχασε να σου επιστρέψει το συρραπτικό;»

Τα παιδιά ήταν στο δωμάτιό τους. Ο Αντρέας διάβαζε για τις Πανελλήνιες και η μικρή, η Ιωάννα, έβλεπε βίντεο με τα ακουστικά. Κι εγώ στεκόμουν στη μέση του σαλονιού με τα χέρια να τρέμουν, προσπαθώντας να μη φωνάξω τόσο ώστε να με ακούσουν.

Ο Νίκος κάθισε στην καρέκλα σαν να του κόπηκαν τα γόνατα. «Κρατάει λίγους μήνες. Έκανα βλακεία. Δεν σημαίνει τίποτα. Θα το τελειώσω».

Λίγους μήνες.

Το είπε έτσι απλά. Λες και μιλούσε για μια χαζή συνδρομή που ξέχασε να κόψει. Εκείνη την ώρα θυμήθηκα όλα όσα είχα καταπιεί τον τελευταίο χρόνο. Τις «υπερωρίες». Τα ξαφνικά ντους μόλις γύριζε σπίτι. Το κινητό πάντα ανάποδα στο τραπέζι. Την ψυχρότητα. Το ότι με κοιτούσε και ήταν σαν να έβλεπε τοίχο.

«Και πόσο καιρό με περνάς για ηλίθια;» του είπα χαμηλά.

Δεν απάντησε. Έσκυψε μόνο το κεφάλι.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα. Άκουγα το ψυγείο να βουίζει, τον σκύλο της απέναντι να γαβγίζει, ένα μηχανάκι να περνάει στις τρεις. Ο Νίκος ήταν στον καναπέ. Ούτε που τόλμησε να μπει μέσα. Και εγώ δίπλα στο κρεβάτι μας, στο κομοδίνο, κοιτούσα τη φωτογραφία από τη βάφτιση της Ιωάννας και σκεφτόμουν: πότε χάλασε έτσι το σπίτι μου;

Το πρωί ο Αντρέας κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά. Τα παιδιά καταλαβαίνουν, όσο κι αν νομίζουμε το αντίθετο.

«Τσακωθήκατε;» με ρώτησε.

«Έχουμε κάποια θέματα», είπα.

Με κοίταξε για λίγο. «Εξαιτίας του μπαμπά;»

Πάγωσα. Δεν ξέρω τι είχε δει, τι είχε νιώσει. Αλλά εκεί κατάλαβα ότι αυτή η ιστορία δεν είχε πληγώσει μόνο εμένα.

Μέχρι το απόγευμα το ήξερε η μισή οικογένεια. Όχι από μένα. Από τη πεθερά μου, που ο Νίκος πήγε σαν μικρό παιδί να ζητήσει παρηγοριά. Με πήρε τηλέφωνο η αδερφή του.

«Μαρία, μην κάνεις καμιά τρέλα. Όλοι κάνουν λάθη».

Όλοι κάνουν λάθη.

Να και η ελληνική οικογένεια. Να μη χαλάσει το σπίτι. Να μη μάθει η γειτονιά. Να σφίξεις τα δόντια για τα παιδιά. Να κάνεις πως δεν είδες, γιατί άντρας είναι. Εκεί νευρίασα πιο πολύ κι από πριν.

Το βράδυ ήρθε και η μάνα μου. Κάθισε στην κουζίνα, έβγαλε το μαντίλι από τα μαλλιά και με κοίταξε χωρίς πολλά λόγια.

«Θα κάνεις ό,τι αντέχει η ψυχή σου», μου είπε. «Όχι ό,τι θα πει ο κόσμος».

Και έβαλα τα κλάματα σαν μικρό παιδί.

Ο Νίκος άρχισε να παρακαλάει. Όχι με μεγάλες κουβέντες. Με εκείνο το σπασμένο ύφος που με θύμωνε κι άλλο.

«Δεν θέλω να διαλυθούμε. Σ’ αγαπάω. Ήμουν χαμένος, χαζός, δεν ξέρω… Θέλω να το παλέψουμε».

«Με αγαπάς και πήγαινες με άλλη;»

«Δεν ήταν σχέση…»

«Μη μιλάς άλλο. Σε παρακαλώ, μη μιλάς».

Σταμάτησε. Μόνο έτριβε τα χέρια του και κοιτούσε κάτω. Μια εικόνα που, αν δεν ήξερα τι είχε κάνει, ίσως και να με λύγιζε.

Πέρασαν μέρες με παγωμένες σιωπές. Τρώγαμε σχεδόν χωρίς να κοιταζόμαστε. Η Ιωάννα άρχισε να γίνεται νευρική, να πετάγεται με το παραμικρό. Ο Αντρέας κλεινόταν όλο και πιο πολύ στο δωμάτιό του. Μια μέρα τον άκουσα να λέει στο τηλέφωνο: «Στο σπίτι γίνεται χαμός». Μου έσφιξε την καρδιά.

Ο Νίκος έκοψε, λέει, κάθε επαφή με τη Βάσω. Μου το είπε, μου έδειξε και μήνυμα μπροστά μου. Δεν ξέρω αν έπρεπε να νιώσω ανακούφιση ή εξευτελισμό που είχα φτάσει να κοιτάω αποδείξεις σαν αστυνομικός.

Μετά πρότεινε να πάμε σε σύμβουλο γάμου.

Στην αρχή γέλασα πικρά. «Δηλαδή θα πάμε σε μια άγνωστη να της πούμε ότι με πρόδωσες και μετά θα φύγουμε καλύτερα;»

«Δεν ξέρω αν θα φύγουμε καλύτερα», μου είπε. «Αλλά μόνοι μας δεν το σώζουμε».

Αυτή ήταν ίσως η πρώτη ειλικρινής κουβέντα του.

Πήγαμε. Σε ένα γραφείο στο Παγκράτι, με χαμηλά φώτα και δύο πολυθρόνες που με έκαναν να νιώθω άβολα. Την πρώτη φορά σχεδόν δεν μίλησα. Μόνο άκουγα τον Νίκο να λέει πως ένιωθε απομακρυσμένος, πιεσμένος από τα οικονομικά, από τη δουλειά, από το ότι είχαμε γίνει «γονείς και μόνο γονείς».

Και θύμωσα ξανά.

«Κι εγώ πιεσμένη ήμουν», του είπα. «Κι εγώ έτρεχα για λογαριασμούς, φροντιστήρια, σούπερ μάρκετ με το κομπιουτεράκι στο χέρι. Δεν πήγα να βρω αγκαλιά αλλού».

Έμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του γέμισαν, αλλά αυτή τη φορά δεν με άγγιξε.

Αλήθεια, μπορεί να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη όταν έχεις δει με τα μάτια σου το ρήγμα; Μπορείς να ξαπλώσεις ξανά δίπλα στον άνθρωπό σου χωρίς να σκέφτεσαι πού ήταν, με ποια μιλούσε, τι άλλο δεν ξέρεις;

Δεν έχω ακόμα απάντηση. Ξέρω μόνο ότι η προδοσία δεν σπάει μόνο ένα ζευγάρι. Μπαίνει σαν υγρασία σε όλο το σπίτι. Στους τοίχους, στα παιδιά, στις Κυριακές, στο τραπέζι με τους συγγενείς, παντού.

Και τώρα στέκομαι κάπου στη μέση. Ανάμεσα στο «φύγε» και στο «μήπως». Ανάμεσα στην αξιοπρέπειά μου και στην ιστορία μας.

Εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε κάτι τέτοιο; Και αν μείνατε, ήταν από αγάπη ή από φόβο να μη γκρεμιστούν όλα;